Η αποκέντρωση και η ανάσχεση της δημογραφικής συρρίκνωσης, της μεγαλύτερης ίσως «σιωπηλής» απειλής που υποσκάπτει τα θεμέλια της χώρας, αποτελούν τα τελευταία χρόνια εθνικό στοίχημα. Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας προχωρά στη διεύρυνση του πρωτοποριακού προγράμματος «Μετεγκατάσταση», προσφέροντας μια ουσιαστική διέξοδο σε όσους πολίτες επιθυμούν να εγκαταλείψουν τους γρήγορους και απαιτητικούς ρυθμούς των μεγάλων αστικών κέντρων για να κάνουν μια νέα αρχή στην ελληνική περιφέρεια και την ύπαιθρο.
Ωστόσο, την ώρα που νέες περιοχές της χώρας εντάσσονται στον κυβερνητικό σχεδιασμό της εν λόγω στρατηγικής, η απουσία νομών που πλήττονται από την πληθυσμιακή συρρίκνωση και τη σταδιακή ερήμωση των ορεινών και απομακρυσμένων οικισμών τους, όπως η Λακωνία, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Το γεγονός αυτό προκαλεί προβληματισμούς και πολιτικές παρεμβάσεις, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής και την αποτελεσματικότητα του ευρύτερου σχεδιασμού της δημογραφικής πολιτικής.
Μόνιμη αλλαγή ζωής
η φιλοσοφία της δράσης
Η κεντρική ιδέα πίσω από το πρόγραμμα «Μετεγκατάσταση» υπερβαίνει τη λογική μιας απλής επιδότησης ή μιας τυπικής μεταβολής φορολογικής κατοικίας στα χαρτιά. Στόχος είναι η ουσιαστική και μακροπρόθεσμη μεταφορά του κέντρου βάρους της ζωής των πολιτών από τα κορεσμένα αστικά κέντρα προς τις ακριτικές, ορεινές και δημογραφικά ευάλωτες περιοχές της χώρας.
Η οικονομική ενίσχυση που φτάνει έως τις 10.000 ευρώ ανά νοικοκυριό λειτουργεί ως ένα σημαντικό αρχικό κεφάλαιο ασφαλείας, σχεδιασμένο να απορροφήσει τους «κραδασμούς» της μετάβασης, να καλύψει τα έξοδα εγκατάστασης και να διευκολύνει την προσαρμογή μιας οικογένειας ή ενός μονοπρόσωπου νοικοκυριού στη νέα τους καθημερινότητα. Η διάχυση αυτής της βοήθειας φιλοδοξεί να εμφυσήσει νέα πνοή σε χωριά και οικισμούς που κινδυνεύουν με πληθυσμιακό «αφανισμό».
Κατάργηση του «εμπόδιου»
της προϋπάρχουσας εργασίας
Ένα από τα πιο καίρια σημεία κριτικής που είχαν διατυπωθεί κατά τα πρώτα στάδια εφαρμογής του μέτρου στον Έβρο αφορούσε την αυστηρή προϋπόθεση ο δικαιούχος να διαθέτει αποδεδειγμένα εξασφαλισμένη εργασία στον τόπο υποδοχής. Στη νέα, διευρυμένη μορφή του προγράμματος, η απαίτηση αυτή καταργείται ριζικά, αίροντας ένα ανυπέρβλητο αντικίνητρο που απέτρεπε πολλούς ενδιαφερόμενους.
Σε ποιους απευθύνεται
Πλέον, το πρόγραμμα ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του. Απευθύνεται, λόγου χάρη, σε τηλεργαζόμενους που μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους απρόσκοπτα από οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας διαθέτει ψηφιακή υποδομή, σε ελεύθερους επαγγελματίες και νέους επιχειρηματίες που επιθυμούν να επενδύσουν επαγγελματικά στην περιφέρεια, σε συνταξιούχους που αναζητούν έναν ποιοτικότερο και πιο ήρεμο τρόπο ζωής, καθώς και σε οικογένειες που επιθυμούν ένα καθαρό και ασφαλές περιβάλλον για την ανατροφή των παιδιών τους.
Οι δυνητικοί δικαιούχοι,
οι ομογενείς και οι νέοι επιστήμονες
Το φάσμα των πολιτών που μπορούν να κάνουν τη νέα αυτή αρχή είναι ευρύτατο, αποδεικνύοντας τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της παρέμβασης.
Στους δικαιούχους περιλαμβάνονται Έλληνες του εξωτερικού που επιθυμούν να επαναπατριστούν και να αξιοποιήσουν τις γνώσεις και τα κεφάλαιά τους στην πατρίδα, ένστολοι, καθώς και πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις πραγματικής εγκατάστασης. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για τους νέους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής για όσους αποφοίτησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2025, εφόσον το πανεπιστημιακό τους τμήμα εδρεύει στην ίδια περιφέρεια με τον δήμο υποδοχής, προσφέροντας έτσι ένα ισχυρό κίνητρο στους νέους να παραμείνουν και να δραστηριοποιηθούν περιφερειακά, αντί να κατευθυνθούν αποκλειστικά προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Οικονομική στήριξη, ευέλικτη εκταμίευση
και αυστηροί όροι διαφάνειας
Η οικονομική ενίσχυση των 10.000 ευρώ χορηγείται ανεξάρτητα από το μέγεθος του οικισμού, ενώ κομβική αλλαγή αποτελεί η θέσπιση προκαταβολής ύψους 50% επί του συνολικού ποσού πριν από την πραγματοποίηση της μετεγκατάστασης. Αυτό σημαίνει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει άμεσα 5.000 ευρώ για να καλύψει τα πρώτα έξοδα, ενώ το υπόλοιπο ποσό αποδίδεται κατόπιν ελέγχου των απαιτούμενων δικαιολογητικών.
Παράλληλα, διατηρείται η βασική δέσμευση για ελάχιστη παραμονή τριών ετών στην περιοχή, χωρίς ηλικιακά ή εισοδηματικά κριτήρια αποκλεισμού, διασφαλίζοντας ότι οι πόροι κατευθύνονται σε πολίτες που επιθυμούν πράγματι να κάνουν μια μόνιμη αλλαγή στη ζωή τους και όχι σε εκείνους που περιορίζονται σε τυπικές ή ευκαιριακές δηλώσεις «διεύθυνσης», αναλόγως περίστασης και κατάστασης.
Ο νέος χάρτης εφαρμογής
και η επέκταση σε ακριτικές περιοχές
Μετά την αρχική εφαρμογή στον Έβρο, όπως γνωστοποίησε η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, ο χάρτης του προγράμματος εμπλουτίζεται σημαντικά, καλύπτοντας Περιφερειακές Ενότητες της βόρειας και δυτικής Ελλάδας, όπως το Κιλκίς, η Φλώρινα, η Καστοριά, η Δράμα, η Πέλλα, τα Γρεβενά, η Κοζάνη και οι Σέρρες. Παράλληλα, η γεωγραφική κάλυψη επεκτείνεται στην Ήπειρο, εντάσσοντας επτά από τους οκτώ δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, καθώς και τους Δήμους Σουλίου και Φιλιατών στη Θεσπρωτία.
Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με το υπουργείο, στοχεύει στην τόνωση περιοχών με έντονα γεωστρατηγικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας ωστόσο ταυτόχρονα το ζήτημα των περιοχών εκείνων που, παρότι φέρουν μεγάλα πληθυσμιακά «τραύματα», έμειναν εκτός του τρέχοντος κύκλου χρηματοδότησης. Η πλατφόρμα για τις αιτήσεις για τις νεοεισερχόμενες περιοχές ανοίγει στις 14 Οκτωβρίου.
Εκτός νυμφώνος η Λακωνία,
αντίδραση Γρηγοράκου
Ωστόσο, την ώρα που ο νέος χάρτης της αποκέντρωσης αρχίζει να ξεδιπλώνεται, η απουσία περιοχών που επηρεάζονται από τη δημοσιογραφική στενωπό, δημιουργεί μια προκλητική αντίθεση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Λακωνία, η οποία έμεινε εκτός λίστας αποδεκτών της ανανεωμένης «Μετεγκατάστασης», τουλάχιστον στην παρούσα φάση.
Ο αποκλεισμός αυτός κινητοποίησε και την κοινοβουλευτική κοινότητα του νομού, με τη βουλευτή Λακωνίας του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής, Νάγια Γρηγοράκου, να καταθέτει εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ερώτηση προς την υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου.
Η παρέμβαση φέρνει στο προσκήνιο τα αδιάψευστα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία το 2025 καταγράφηκαν στη Λακωνία μόλις 415 γεννήσεις έναντι 1.043 θανάτων, διαμορφώνοντας ένα συντριπτικό αρνητικό φυσικό ισοζύγιο 628 ατόμων, με τις γεννήσεις μάλιστα να σημειώνουν κάθετη πτώση της τάξης του 16,5% σε σύγκριση με το 2024.
Η πληθυσμιακή αιμορραγία
στους 5 δήμους του νομού
Η αγωνία για το μέλλον του νομού εντείνεται από το γεγονός ότι η τελευταία απογραφή κατέγραψε συρρίκνωση του μόνιμου πληθυσμού και στους πέντε δήμους της Λακωνίας, με τη συνολική πληθυσμιακή υποχώρηση να αγγίζει το 5,4% μεταξύ 2011 και 2021.
Η Ν. Γρηγοράκου ζητά από την ηγεσία του υπουργείου σαφείς εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους μη συμπερίληψης της Λακωνίας στο πρόγραμμα, τα ακριβή κριτήρια επιλογής των περιοχών και το εάν προηγήθηκε ουσιαστική αξιολόγηση των τοπικών δημογραφικών αναγκών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη προτεραιοποίησης των ορεινών, απομακρυσμένων και δημογραφικά ευάλωτων κοινοτήτων των Δήμων Σπάρτης, Ανατολικής Μάνης, Ευρώτα και Μονεμβασίας, καθώς και του Δήμου Ελαφονήσου. Η ίδια επισημαίνει την ανάγκη αξιολόγησης και σε επίπεδο κοινότητας και οικισμού, ώστε οι ιδιαίτερες τοπικές ανάγκες να μην παραβλέπονται πίσω από τα συνολικά πληθυσμιακά μεγέθη.
Η ανάγκη για ολιστικό σχεδιασμό
και μόνιμα αναπτυξιακά κίνητρα
Κλείνοντας την κοινοβουλευτική της παρέμβαση, η Ν. Γρηγοράκου θέτει επί τάπητος την επιτακτική ανάγκη σύνδεσης της μετεγκατάστασης με ευρύτερες πολιτικές υποδομών και ποιότητας ζωής. Η οικονομική ενίσχυση, όπως επισημαίνεται, δεν αρκεί από μόνη της εάν δεν συνοδεύεται από εξασφάλιση προσιτής κατοικίας, δημιουργία θέσεων απασχόλησης, θωράκιση των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής φροντίδας, καθώς και από αναβάθμιση του οδικού δικτύου και των ψηφιακών υποδομών.
Η Λακωνία απαιτεί συγκεκριμένα κίνητρα και ουσιαστικές προϋποθέσεις για να διατηρήσει τον πληθυσμό της, να υποδεχθεί νέες οικογένειες και να αποτρέψει την περαιτέρω υποβάθμιση. Στο πλαίσιο αυτό, καταλήγει με νόημα η βουλευτής, «η κυβέρνηση οφείλει να εντάξει άμεσα τις ανάγκες της στον σχεδιασμό της δημογραφικής πολιτικής».




