Γράφει η Μαρία Λαμπροπούλου
Τι κι αν έχουν παρέλθει κάποιες ημέρες από την τελευταία δολοφονία «οπαδικής φύσης» στη Θεσσαλονίκη, το πένθος, ο θυμός, η οργή και το ανάθεμα δεν καταλαγιάζουν όχι μόνο για την οικογένεια του θύματος αλλά και για ολόκληρη την κοινωνία, κυρίως για το φόβο ότι, δυστυχώς, για μία ακόμη φορά αυτή δεν θα είναι η τελευταία! Και πάλι η οπαδική βία καταδίκασε σε θάνατο έναν νέο άνθρωπο, δύο άλλα σε κατεστραμμένη ζωή και τις οικογένειές τους βουτηγμένες σε αιώνιο πένθος και απελπισία… Καταδικασμένοι σε ισόβια όλοι τους, στη δική του φυλακή ο καθένας.
Τα τετριμμένα σχόλια όπως «Το Κράτος φταίει», «Δεν έχουμε Κράτος», «Αν δεν υπάρχει παιδεία και οικογένεια, δεν υπάρχει κοινωνία», «η Αστυνομία πρέπει να λάβει αυστηρά μέτρα» κλπ είναι ο εύκολος τρόπος για να διανθίσουμε μία συζήτηση ή για να την ολοκληρώσουμε εντυπωσιακά. Ταυτόχρονα, εκφράζουμε ατελείωτα ευχολόγια «εξορκίζοντας» με αυτόν τον τρόπο το κακό, ενώ νιώθουμε ευλογημένοι και ανακουφισμένοι που αυτή η δυστυχία δεν κατακεραύνωσε το δικό μας σπιτικό… Και συνεχίζουμε τις ζωούλες μας…
Η γράφουσα δεν διαθέτει την αρμοδιότητα και τη γνώση για να ερευνήσει και να αναφέρει αίτια και αφορμές, ούτε να προτείνει μέτρα και λύσεις για την κοινωνική μάστιγα του οπαδισμού. Η ανθρώπινη ή και η γονεϊκή (για όσους τη διαθέτουν) όμως ιδιότητα, παρέχει σε όλους μας το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να προλάβουμε ή και να καταστείλουμε τάσεις οπαδισμού ακόμη και εντός της ίδιας μας της οικογένεια με όπλα στη σωστή διαπαιδαγώγηση, τη συνετή σκέψη και το μέτρο, ακόμη και όσον αφορά στον εαυτό μας.
Όσο για την κρατική μέριμνα, ας μην τολμήσουμε να αγγίξουμε καν το θέμα… Αφενός οι διαστάσεις του προβλήματος έχουν ξεφύγει -με μηδενικές πιθανότητες αναστρεψιμότητας- αλλά και, αφετέρου, όσο αυστηρά μέτρα και αν ληφθούν, δύσκολα να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Ανεξαρτήτως ελλείψεων σε έμψυχο και άψυχο υλικό αλλά και ελλιπούς, πιθανώς, εκπαίδευσης, πάντα θα υπάρχει η εξαιρετικά μεγάλη μερίδα «δημοκρατών» που σε προσπάθειες καταστολής από τις Αρχές θηριωδιών και βίαιων επεισοδίων «αθλητικού» και μη χαρακτήρα, θα ωρύονται κραυγάζοντας το γνωστό σύνθημα περί «αστυνομικών και χοίρων»! Κατά αυτόν τον «πολιτισμένο τρόπο» θα υπερασπίζονται την ομάδα τους αλλά και τη Δημοκρατία που και οι ίδιοι καταλύουν καταστρέφοντας δημόσια και ιδιωτική περιουσία!
Εξαιρετικά πρόσφορο προς συζήτηση το θέμα, με αμέτρητα παρακλάδια, αιτίες, αφορμές, συνέπειες… ξεκινάει από την απλή γονεϊκή «υπερηφάνεια» όταν ένα παιδί, εξ απαλών ονύχων ακόμη, ακολουθεί τις φίλαθλες (αλήθεια, φίλαθλες ή ήδη οπαδικές;) προτιμήσεις των γονέων του. Συνεχίζει στο ότι ο οπαδισμός, σε κοινωνίες κάθε πολιτιστικού και κοινωνικού επιπέδου, αποτελεί εργαλείο οικονομικών, κοινωνικών ή και κρατικών σε κάποιες περιπτώσεις, συμφερόντων («Άρτος και θεάματα», κατά το παράδειγμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και, δυστυχώς, προχωρεί ατέρμονα, αφήνοντας στο πέρασμά του πίσω μόνο βία και πένθος, κυριολεκτικό για τα θύματα και τους πέριξ αυτών, αλλά και μεταφορικό για την απελπισία που προκαλεί αυτή η μη αναστρέψιμη κατάσταση.
Εξετάζοντας όμως το θέμα από την οπτική γωνία ενός καθημερινού, απλού ανθρώπου που μεγάλωσε, ίσως, με τον σε όλους γνώριμο ρυθμό της «Αθλητικής Κυριακής», όταν ακόμη στον αθλητισμό δεν είχαν εισχωρήσει στον τρομακτικό -όπως σήμερα- βαθμό τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, όταν ακόμη τα διαφορετικά χρώματα των ομάδων δεν ήταν μόνο αντιπαλότητα αλλά και ευκαιρία για «γιορτή» σε περίπτωση νίκης, αλλά και «φιλικής καζούρας», εγείρεται ένα και μόνο απλό ερώτημα. Μία και μοναδική ερώτηση των 5 μόνο λέξεων που κρύβει μέσα της πικρία, θυμό, οργή, λύπη και αγανάκτηση για τον εκφυλισμό της κοινωνίας και των ανθρώπινων ενστίκτων, κάθε φορά που η οπαδική βία προσθέτει στο ζοφερό «κομπολόι» της ακόμη μία ζωή… «Για μια φανέλα ρε φίλε;».




