της Μαρίας Λαμπροπούλου
Ο κάθε άνθρωπος που αγαπά ή και νοσταλγεί τον τόπο του τον θεωρεί ως το ιδανικό και ιερό καταφύγιο. Η σύνδεση αυτή είναι φυσικό στοιχείο, πολλώ δεν μάλλον όταν ο τόπος έχει άρρηκτη σύνδεση με την ελληνική ιστορία, την παράδοση και τους οικογενειακούς δεσμούς. Η έλλειψη όμως μέτρου σε κάποιες περιπτώσεις, σε συνδυασμό με τον τοπικισμό και την άγνοια, δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία ξενηλασίας, όπως τη γνωρίζουμε αλλά και με σύγχρονη μορφή.
Η κατά το ήμισυ Λακωνική καταγωγή μου (η άλλη μισή ανήκει στον ιστορικό Πειραιά) δεν θα με εμπόδιζε να «αφαιρέσω» -ακαδημαϊκά μιλώντας- εάν είχα τη δυνατότητα, το χαρακτηριστικό της ξενηλασίας από τους αρχαίους Σπαρτιάτες, ένα χαρακτηριστικό που εάν δεν υπήρχε στην τότε σπαρτιατική νοοτροπία και κοινωνία, ίσως ο ρους της ιστορίας να είχε λάβει άλλη κατεύθυνση (απολογούμαι, a priori, ταπεινά στους άριστους γνώστες και αναλυτές της ιστορίας γι’ αυτήν την προσωπική άποψη).
Δυστυχώς, η ξενηλασία υφίσταται ακόμη σε μεγάλη κλίμακα σε όλες σχεδόν τις τοπικές κοινωνίες της Ελλάδας αλλά με διαφορετική μορφή, τη μορφή της ξενηλασίας προς τον ίδιο μας τον τόπο μας και τους ανθρώπους της. Οξύμωρο αλλά δυστυχώς υπαρκτό. Η σύγχρονη ξενηλασία εμφανίζεται, λόγου χάρη, ως μισαλλοδοξία για τοπικά αναπτυξιακά ζητήματα, ακόμη και αν δεν υπάρχει ειλικρινές και εποικοδομητικό ενδιαφέρον από τους «ξενηλάτες» ή ακόμη και γνώση επ’ αυτών.
Προσωπικά, θεωρώ ως χείριστη μορφή της σύγχρονης ξενηλασίας την έλλειψη στήριξης σε ιδέες και έργα πολιτιστικής ανάπτυξης αλλά και σε επιχειρηματικές προσπάθειες ιδιωτικής πρωτοβουλίας, είτε αφορά ένα πολύ σημαντικό οικονομικό εγχείρημα είτε ένα μικρό κατάστημα. Λαμβάνοντας υπόψη το, από αιώνες βαθιά ριζωμένο στην ελληνική συνείδηση, χαρακτηριστικό της συμπαράστασης προς τον συνάνθρωπό μας, αδυνατώ να κατανοήσω και να δεχτώ τον φθόνο π.χ. για την οικονομική ανάπτυξη ενός επαγγελματία η οποία, ως φυσικό επακόλουθο, θα συμβάλλει και στην τοπική οικονομική ανάπτυξη. Τα περιστατικά δεν είναι μεμονωμένα και οι αναχρονιστικές αυτές συμπεριφορές είναι η γάγγραινα που κατατρώει κάποιες τοπικές κοινωνίες, ακόμη και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αποκαλύπτει χαρακτήρες και ήθη που κάθε άλλο παρά ανθρωπιά και πνευματική ανωτερότητα φανερώνουν και, εν τέλει, αποβαίνει και εις βάρος όσων επιδεικνύουν αυτήν τη μίζερη συμπεριφορά.
Η νοοτροπία που κυριαρχεί σε σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας (δανειζόμενη τη σοφή λαϊκή ρήση) είναι «Να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Λησμονούν, όμως, όσοι υιοθετούν αυτόν τον μίζερο τρόπο σκέψης ότι και οι ίδιοι αποτελούν μέλη του «κοπαδιού» και πως, μοιραία, ο αντίκτυπος της «αποδήμησης της κατσίκας του γείτονα» θα είναι να «αποδημήσει» και η ανάπτυξη του τόπου και φυσικά και η δική τους, αφού η κοινωνία λειτουργεί ως ντόμινο.
Η προσπάθεια εξουδετέρωσης των «εκτός των πυλών εχθρών» μίας κοινωνίας φαντάζει εξαιρετικά εύκολη όταν ο «εντός των πυλών εχθρός» διέπεται από έλλειψη κοινωνικής ή και ακαδημαϊκής μόρφωσης και κατευθύνεται από μισαλλοδοξία, συμπλέγματα και ανασφάλεια. Οι αήθεις επιθέσεις και οι υποκειμενικές κριτικές υπονόμευσης εξαπολύονται πάντα από όσους δεν έχουν τα εφόδια και το ψυχικό σθένος να δημιουργήσουν το παραμικρό απ’ όσα επιχειρούν και πραγματοποιούν οι οραματιστές και οι άξιοι!




