Ομιλία στην ημερίδα με θέμα «Αντιμετωπίζοντας τον ηλικιακό ρατσισμό και τον σεξισμό στα μέσα ενημέρωσης και πέρα από αυτά», στο πλαίσιο της 70ής Συνόδου της Επιτροπής του ΟΗΕ για το Καθεστώς των Γυναικών (CSW70). Η ημερίδα διοργανώθηκε από την European Union of Women – Hellas, στην οποία η Χρυσαυγή Ατσιδάκου είναι εκπρόσωπος για τον νομό Λακωνίας.
Στέκομαι σήμερα μπροστά σας με πολλαπλές ιδιότητες: ως νομικός και συμβολαιογράφος, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ελληνικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, αλλά και ως μητέρα. Και επιλέγω συνειδητά να προσθέσω μία ακόμη ιδιότητα, αυτή που συχνά επιχειρείται να αποσιωπηθεί: είμαι 45 ετών. Και η αναφορά στην ηλικία μου δεν είναι βιογραφική λεπτομέρεια αλλά πολιτική δήλωση.
Διότι ναι, ακόμη και σήμερα στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης αλλά και στους θεσμούς, η ηλικία μιας γυναίκας είναι ταμπού. Δεν πρέπει να λέγεται. Διότι, όσο η ηλικία μεγαλώνει, αξιολογείται συχνά όχι ως φορέας εμπειρίας, αλλά ως ένδειξη φθοράς. Αντιθέτως, για έναν άνδρα, η ηλικία συχνά προσμετράται ως κύρος, ως σοφία, ως εγγύηση αξιοπιστίας. Αυτή η διπλή μέτρηση δεν είναι απλώς άδικη. Είναι βαθιά δομική. Στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, έναν χώρο στον οποίο έχω επαγγελματική, θεσμική και νομική εμπλοκή εδώ και δεκαετίες, η εικόνα της γυναίκας εξακολουθεί να καθορίζεται από περιοριστικά αντικρουόμενα πρότυπα. Να είναι νέα, αλλά και έμπειρη. Ορατή, αλλά όχι «υπερβολικά παρούσα». Δυναμική, αλλά όχι «απειλητική». Και όταν περάσει ένα αόρατο ηλικιακό όριο, συχνά παύει να είναι «κατάλληλη» για δημόσια παρουσία. Και αυτό δεν είναι απλώς ηλικιακός ρατσισμός. Είναι η διασταύρωση του ηλικιακού ρατσισμού με τον σεξισμό.
Στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και ευρύτερα στην Ευρώπη, η εικόνα της γυναίκας εξακολουθεί να περιορίζεται από στερεότυπα που συνδέουν την αξία της με τη νεότητα.
Και ενώ συζητάμε για την αναπαραγωγή στερεοτύπων στα παραδοσιακά μέσα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα μεταφέρεται και ενισχύεται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλγόριθμοι που πλέον διαμορφώνουν την ορατότητα της πληροφορίας δεν είναι ουδέτεροι. Εκπαιδεύονται πάνω σε δεδομένα που ήδη εμπεριέχουν προκαταλήψεις. Και έτσι, πολύ συχνά, προκρίνουν πρότυπα νεότητας, συγκεκριμένα αισθητικά χαρακτηριστικά, συγκεκριμένες «αποδεκτές» εικόνες της γυναίκας. Αυτό σημαίνει ότι ο ηλικιακός ρατσισμός ψηφιοποιείται, αυτοματοποιείται και γίνεται πιο αθόρυβος, γεγονός που καθιστά την ευθύνη μας ακόμη μεγαλύτερη. Γιατί, αν δεν ενσωματώσουμε την ισότητα, φύλου και ηλικίας, στον σχεδιασμό των νέων τεχνολογιών, τότε κινδυνεύουμε να παγιώσουμε με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα τις ανισότητες του παρελθόντος.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την πρόοδο στην ισότητα των φύλων, οι γυναίκες παραμένουν υποεκπροσωπούμενες σε θέσεις ευθύνης στα μέσα ενημέρωσης και στη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, η έμφυλη ανισότητα επιδεινώνεται με την ηλικία: οι γυναίκες άνω των 50 ετών εμφανίζονται σημαντικά λιγότερο σε δημόσιους ρόλους, ενώ συχνά απουσιάζουν πλήρως από την ορατή δημόσια σφαίρα.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη. Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των γυναικών, με τις γυναίκες να αποτελούν την πλειοψηφία των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης, η συμμετοχή τους σε θέσεις λήψης αποφάσεων παραμένει περιορισμένη. Το ποσοστό των γυναικών σε διοικητικά συμβούλια, σε ανώτερες διοικητικές θέσεις και σε ηγετικούς ρόλους στα μέσα ενημέρωσης είναι αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η ανισότητα αυτή βαθαίνει με την ηλικία. Οι γυναίκες στην Ελλάδα, μετά τα 40 ή 45, συχνά βιώνουν έναν «αθόρυβο αποκλεισμό», όχι πάντα θεσμικό, αλλά ουσιαστικό. Λιγότερες ευκαιρίες, λιγότερη ορατότητα, περισσότερη αμφισβήτηση. Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, δεν έχουν νιώσει ότι «είναι αργά» για να διεκδικήσουν; Πόσες δεν έχουν αυτοπεριοριστεί πριν καν περιοριστούν από τους άλλους; Αυτό δεν είναι προσωπική αδυναμία. Είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος που συνδέει την αξία με τη νεότητα και την εξωτερική εικόνα.
Ως νομικός δεν μπορώ παρά να υπογραμμίσω ότι πρόκειται για ζήτημα δικαιωμάτων. Η ίση μεταχείριση δεν μπορεί να υπόκειται σε ηλικιακά φίλτρα. Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης. Ωστόσο, η λύση δεν είναι μόνο νομική.
Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές πολιτικές που να ενσωματώνουν την έννοια της διασταυρούμενης διάκρισης, δηλαδή της διάκρισης που προκύπτει από το φύλο και την ηλικία ταυτόχρονα. Χρειαζόμαστε εθνικές στρατηγικές και στην Ελλάδα, φυσικά, που να ενισχύουν τη συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα στάδια της ζωής τους, ιδίως σε θέσεις ευθύνης και δημόσιας έκφρασης. Χρειαζόμαστε μέσα ενημέρωσης που να αντανακλούν την πραγματική κοινωνία: πολυφωνική, πολυηλικιακή, συμπεριληπτική. Και, πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια αλλαγή νοοτροπίας.
Ως μητέρα, τέλος, νιώθω μια ιδιαίτερη ευθύνη. Γιατί τα παιδιά μας μας παρατηρούν κάθε στιγμή και μαθαίνουν όχι μόνο από όσα λέμε, ή κάνουμε, αλλά και από όσα μας βλέπουν ν’ ανεχόμαστε Αν τα παιδιά μας μεγαλώσουν σε μια κοινωνία που σβήνει τις γυναίκες όσο μεγαλώνουν, θα μάθουν να τις προσπερνούν. Αν όμως μεγαλώσουν σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες παραμένουν ορατές σε κάθε ηλικία, αυτό θα γίνει το μέτρο τους. Γιατί αυτό που βλέπουν γίνεται κανονικότητα. Και η κανονικότητα διαμορφώνει το μέλλον. Το ερώτημα δεν είναι ποιο μέλλον θα έρθει. Το ερώτημα είναι ποιο μέλλον θα αφήσουμε. Είναι στο χέρι μας!
*Η Χρυσαυγή Ατσιδάκου είναι συμβολαιογράφος – διαμεσολαβήτρια, μέλος διοικητικού συμβουλίου ΕΡΤ ΑΕ και εκπρόσωπος στην European Union of Women – Hellas για τον νομό Λακωνίας.




