Γράφει η μαρία α. αγγελή
επιμελήτρια τέχνης, μέλος Διεθνούς Ένωσης Τεχνοκριτικών (AICA)
Πώς μετράται η επιτυχία; Η ευτυχία; Μετράται αλήθεια; Τι συμβαίνει με τις αξίες που υιοθετούν άτομα και οικογένειες στις σύγχρονες κοινωνίες; Γιατί βλέπουμε γύρω μας θλίψη και απουσία ενθουσιασμού και μάλιστα συχνάκις εν μέσω υλικής αφθονίας; Τι είναι η αληθινή αγάπη και γιατί αυτή μας δίνει ανθεκτικότητα και, απ’ ό,τι δείχνουν επιστημονικοί δείκτες και η ίδια η ζωή στην πράξη, μακροζωία;
Η θεατρική παράσταση «Linda» στο θέατρο Επί Κολωνώ στην Αθήνα ακουμπά για τα καλά την ανθρώπινη συνθήκη από πολλές πλευρές και γωνίες και ανοίγει διάλογο με τον θεατή τουλάχιστον στα παραπάνω ερωτήματα. Η συγγραφέας του έργου Penelope Skinner, με αιχμηρή γραφή, σατιρικό, βρετανικό χιούμορ και με αφετηρία τις προκλήσεις μίας γυναίκας να πετύχει, να υπερβεί τα στερεότυπα της ηλικίας, της ομορφιάς, του φύλου, της οικονομικής ανεξαρτησίας, καθώς και τον αρνητικό προγραμματισμό της επιβίωσης, μια και η ζωή δεν είναι επιβίωση, δημιουργεί βουκέντρες στους θεατές, στους συντελεστές της παράστασης, στο θέατρο ως πολιτισμικό επίτευγμα.
Μια γυναίκα που θεωρεί ότι έχει πιάσει την ευτυχία από τα μαλλιά διαπιστώνει ότι αυτό που όριζε ως ευτυχία δεν ήταν παρά επιτυχία ή, ορθότερα, μικρές και μεγάλες, κυρίως μετρήσιμες από άλλους, επιτυχίες στην κλίμακα της φιλόδοξης εταιρικής πορείας της.
Όταν ο σύζυγός της συνάπτει ερωτική σχέση με νεότερη από εκείνη γυναίκα, όταν στην εταιρεία της παύει πλέον να είναι η θεά των πωλήσεων και αρχίζει να εξοβελίζεται –και πάλι– από μια κατά πολύ νεότερή της γυναίκα, αδίστακτο στέλεχος, ταχύτατα αναρριχώμενη, έχοντας κερδίσει την εύνοια του μεγάλου αφεντικού της εταιρείας, όταν η φυσική της κόρη δεν την εμπιστεύεται στο παραμικρό, όταν δεν έχει πετύχει (sic) η ίδια ως μητέρα να επικοινωνεί για λίγα έστω λεπτά μαζί της, να βιώνει μια ανθρώπινη σύνδεση με το παιδί της, όταν οι πληγές του παρελθόντος είναι τόσο νωπές μέσα στο σπίτι της, ακόμη ύστερα από τα χρόνια, που η παραμικρή σχετική υπόνοια πυροδοτεί πόνο και κραυγές, η Linda αποφασίζει να κάνει προσπάθεια να φροντίσει τον εαυτό της, όπως λέει η ίδια, θεωρώντας τους ανθρώπους στα περιβάλλοντά της άτομα που δεν την κατανοούν, δεν την αναγνωρίζουν, δεν τη νοιάζονται και δεν την “βλέπουν” ως άνθρωπο.
Μιλά για αχαριστία, συγκρίνει τον εαυτό της με τους άλλους και επομένως κρίνει ακατάπαυστα, θυμώνει, στενοχωρείται, στενεύει εσωτερικά και αυτό το στένεμα διογκώνει την εσωτερική πίεση, σε σημείο που εκδηλώνει σωματικά συμπτώματα με ανυπόφορους πονοκεφάλους.
Το μόνο που καταφέρνει στην φροντίδα εαυτού, αν μπορεί αλήθεια να μιλήσει κανείς για “φροντίδα”, είναι να καπνίζει μερικές τζούρες μέσα στο σαλόνι της, παρουσία της φυσικής και θετής της κόρης, να πίνει αλκοόλ, να πάρει άδεια από μόνη της από την εργασία της, κάνοντας ό,τι στερεοτυπικά εντέλει αρέσει σε γυναίκες να κάνουν, για να χαλαρώνουν (δήθεν), ήτοι να ξεφυλλίζει περιοδικό μόδας, με νευρικότητα ωστόσο και τις ανησυχίες να της τριβελίζουν το κεφάλι.
Η σκηνοθεσία και σκηνογραφία έδωσαν προσεγμένη, λιτή, έξυπνη και πολύ αποτελεσματική αλλαγή σκηνικών στις μεταβάσεις από το σαλόνι, κουζίνα, στο υπνοδωμάτιο των κοριτσιών, στο εταιρικό γραφείο της Linda, στις συναντήσεις της με τον μεγαλοδιευθυντή της εταιρείας μέσω τηλεδιάσκεψης.
Η βοή, η αγωνία, η σύγχυση, οι αιχμηρές ενοχλήσεις πονοκεφάλου δίνονται με ηχοτοπία βουερά, σε γρήγορο tempo, έως ενοχλητικά για το θεατή μετά λίγα δευτερόλεπτα.
«Η αγάπη μας κάνει αληθινούς» λέγεται συχνά από λαούς σε ποικίλα πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η Linda θα καταφέρει να συναντήσει τον αληθινό εαυτό της;
Το μικρό όνομα της πρωταγωνίστριας παραπέμπει στην ομορφιά, για τους Ισπανούς και Πορτογάλους, στη χάρη του δέντρου της φλαμουριάς (linden) και στις κατασκευασμένες ασπίδες από το ξύλο του ή στην τρυφερότητα, για τους Γερμανούς (lind), στη γονιμότητα και γέννηση για τους Αλβανούς, στην προσμονή, αναμονή για τη Ν.Αφρική.
Έχει ενδιαφέρον που όλοι οι παραπάνω συνειρμοί και συσχετισμοί με το όνομα Linda εκδηλώνονται στη ζωή της πρωταγωνίστριας με καταποντιστική την τελευταία ποιότητα, αυτήν της αναμονής, της προσμονής.
Η Linda προσμένει, για την ακρίβεια προσδοκεί, αναγνώριση και σεβασμό, προσμένει γαλήνη στο σπίτι της και γαλήνη στο εσωτερικό της σπίτι, στην εστία της ψυχής της. Είναι όμορφη με κορμοστασιά νεαρής γυναίκας και κίνηση με χάρη. Έχει πολλά τρυφερά στοιχεία, όπως ξεδιπλώνονται κατά την εξαπάτησή της από τον σύζυγο με την εξωσυζυγική σχέση, κατά το ξεδίπλωμα των συναισθημάτων της κόρης της, όταν εκείνη νεαρή προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της στη ζωή και στις διαπροσωπικές της σχέσεις, με την εταιρική πρότασή της για μια πιο ανθρώπινη στρατηγική της εταιρείας απέναντι στις γυναίκες άνω των 40 ετών, με τη συμπεριφορά και τη σχέση της με τον νεαρό υπάλληλο της εταιρείας, με την αντιμετώπισή της προς τη θετή της κόρη.
Όταν όλα τα σκιερά με το πέρασμα του χρόνου και το κακοφόρμισμα αγιάτρευτων πληγών αναδύονται και πιέζουν ενοχλητικά ηχηρά, εκτός από την ανάγκη αναγνώρισης και συνειδητοποίησης της αλήθειας και λεπτών εκδηλώσεών της στη ζωή, ίσως η ψυχή καλεί τον άνθρωπο στην αποδοχή όλων των συμβάντων και πρώτα του εαυτού, για να προχωρήσει σε τυχόν μερική ή ολική ίαση και σε μετασχηματισμό.
Η τρυφερή και αγωνιστική Linda αντιστάθηκε στον πόνο της κόρης της, ενδεχομένως μη αντέχοντάς τον ή επιδιώκοντας να την ωθήσει προς την υπέρβαση αυτού. Βλέπει τώρα τον εαυτό της να έχει αποτύχει ως μητέρα, ως σύζυγος, ως εργαζόμενη γυναίκα, ως γυναίκα, ως ώριμη γυναίκα…Τι επιλογές έχει τώρα που έχει διανύσει πέντε δεκαετίες στη ζωή της;
Παράλληλα, θλίψη και συμπόνια εγείρουν οι ατάκες της νεαρής manager στην εταιρεία, η οποία εμφανίζεται να έχει επίσης εγκλωβιστεί στην παγίδα της επιτυχίας, οριζόμενης από άλλους & άλλα, όχι από τον εαυτό. Έχει τραγικά ενδιαφέρον επίσης το ότι αυτή η νέα γυναίκα έχει ουσιαστικά ως πρότυπο τη γυναίκα, Linda, που έχει επιλέξει να εξοστρακίσει και να υποτιμήσει. Τη θέση της Linda έχει βάλει στο μάτι και τα επιτεύγματα εκείνης έχει ως όραμα για το δικό της μέλλον. Παρά το νεαρό της ηλικίας της αισθάνεται ήδη την πίεση του χρόνου στο πετσί της. Τι θα αξίζει άραγε αν δεν ακολουθήσει το χρονοδιάγραμμα που επιβάλλουν ασφυκτικά κοινωνικά πρωτόκολλα ή/και αμετακίνητα πρότυπα μέσα της; Στα 30 έτη της επιθυμεί να έχει ήδη νυμφευθεί και να έχει φτάσει σε υψηλή θέση στην επαγγελματική της πορεία. Ο χρόνος είναι ανταγωνιστής της.
Πολύ συχνά ο άνθρωπος όταν πιέζεται και απογοητεύεται χρειάζεται να αποχωρήσει από την κατάσταση. Για να τη δει πιο καθαρά από απόσταση; Για να ανακτήσει δυνάμεις και να επανέλθει με περισσότερη σοφία και δύναμη; Για να μπορέσει να δει το πεδίο επιλογών και πιθανοτήτων και να επιλέξει άλλο μονοπάτι στη ζωή του που ακουμπά στην αλήθεια του;
Η κόρη έχοντας γνωρίσει τον νεαρό υπάλληλο της εταιρείας που μελετά κείμενα αυτογνωσίας, έχοντας ξεκινήσει το δικό της ταξίδι αυτοΐασης και ενδυνάμωσης, καταφέρνει να απεκδυθεί από πάνω της, στην κυριολεξία, τη στολή του ασβού και ό,τι αυτός εκπέμπει συμβολικά και στην πράξη, να απεκδυθεί την απόρριψη, τη δυσοσμία, τη νοσηρότητα και να κάνει το βήμα στην απελευθέρωση και στην ομορφιά, εκκινώντας ένα μεγάλο ταξίδι, γεωγραφικά και ψυχικά, μακριά από την τοξικότητα του σπιτιού της.
Το βιβλίο με αφορμές από ανατολικές φιλοσοφίες, που παρουσιάζεται επί σκηνής με αστεϊσμούς και αναφορές σε τεχνικές αναπνοών και ελέγχου του νου, φαίνεται εντέλει ότι αποτέλεσε τη διέξοδο για την κόρη προς το δρόμο για τη χαρά της ζωής, την ωρίμανσή της, την αυτοδιάθεσή της.
Η μαμά, σύζυγος, επαγγελματίας, γυναίκα και κόρη Linda αποδρά από αυτό που ορίζει εκείνη ως αποτυχία σε όλους τους ρόλους της στη ζωή με το ταξίδι σε Άλλο Κόσμο, με την αυτοκτονία της. Η Linda δεν έχει τη δύναμη να δει τον εαυτό της πέρα και εκτός των ρόλων που έχει υιοθετήσει μέχρι τότε στη ζωή της, να βγει από την πίεση του συστήματος ως αναλώσιμη η ίδια, να δει τις επιλογές της και το άνοιγμα στο οποίο την προσκαλεί η ζωή, μέσα από το κλείσιμο της πόρτας σε όλα σχεδόν τα πεδία της δράσης της μέχρι τότε. Έχει τη δύναμη μόνο να τερματίσει ό,τι βιώνει, μη βλέποντας άλλη διέξοδο, ακολουθώντας τα χνάρια της μητέρας της στην αυτοκτονία.
Ποια άραγε είναι η ψυχική κατάσταση που θα βίωσε ο χήρος σύζυγος, η αποδρώσα κόρη, η θετή κόρη, η εταιρική υπερφιλόδοξη ανταγωνίστρια, ο μεγαλοδιευθυντής με την απουσία της Linda, μιας ευαίσθητης γυναίκας, από τη ζωή;
Η τραγικότητα στο ξετύλιγμα της ιστορίας, οι προοικονομίες, η πτώση της ηρωίδας και οι μεταβάσεις στη ζωή γίνονται τροφή για σκέψη και συζήτηση με τον εαυτό μας και συνανθρώπους μας, με αφετηρία ένα θεατρικό έργο που σκιαγραφεί και αποδίδει με θάρρος και ρεαλισμό καθημερινές καταστάσεις, δυστυχώς ιδιαίτερα έντονες στον δυτικό και δυτικότροπο κόσμο. Ταυτόχρονα ο θεατής καλείται να
συνδεθεί, ίσως εκ νέου ή για πρώτη φορά, με την εσωτερική του σπίθα, την εσωτερική του δύναμη που μπορεί να ανοίξει πεδίο δυνατοτήτων και επιλογών και να αλλάξει κόσμους.
Η Ομάδα Νάμα έχει ανεβάσει στο θέατρο Επί Κολωνώ, στην Αθήνα, και για πρώτη φορά στην Ελλάδα την παράσταση «Linda» της Βρετανίδας συγγραφέως Penelope Skinner, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.
Η Penelope Skinner (1978), μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της βρετανικής δραματουργίας και διακεκριμένη σεναριογράφος, τιμήθηκε το 2011 με το βραβείο Evening Standard Award για τον πιο υποσχόμενο συγγραφέα. Έργα της έχουν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στις σκηνές του Λονδίνου και του εξωτερικού.
Το έργο «Linda» πρωτοπαρουσιάστηκε το 2015 στο Royal Court Theatre του Λονδίνου και απέσπασε το βραβείο Berwin Lee, ενώ επιλέχθηκε και ως υποψήφιο για το βραβείο Susan Smith Blackburn. Η παράσταση επαναλήφθηκε με επιτυχία στη Νέα Υόρκη και σε πολλές άλλες θεατρικές σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής.
Ερμηνεύουν: Κατερίνα Λέχου, Άλκης Κούρκουλος (επί οθόνης), Μιχάλης Μαρκάτης, Νεφέλη Κουρή, Εριέττα Μανούρη, Βασίλης Καζής, Μαριέλα Δουμπού
- Μέχρι 13 Απριλίου 2025 στο θέατρο Επί Κολωνώ -




