Ο επικεφαλής
Του επικεφαλής
Τον επικεφαλής
Ω επικεφαλής
Οι επικεφαλής
Των επικεφαλής
(και πάει λέγοντας…)
[επίρρ.: (ιδ. για πρόσ.) στην πρώτη θέση, στην πρώτη σειρά || (ως ουσ.) αυτός που είναι πρώτος σε μια σειρά || (ως επίθ.) σε θέση προϊσταμένου, διοικητή, κυβερνήτη, αρχηγού]
Ετυμολογία: επικεφαλής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα «ἐπὶ κεφαλῆς» (επί + κεφαλής), (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en tête)
Αυτά, γιατί τα σωστά ελληνικά δεν θα πρέπει να είναι κτήμα των ολίγων!




