Τα χιλιόμετρα της βιοπάλης σταμάτησαν σε μια χαράδρα, αφήνοντας πίσω τους μια σιωπή που «πνιγεί» και ραγίζει καρδιές. Ο αδόκητος χαμός του 48χρονου Μιχάλη Λάμπου, που «έσβησε» στην άσφαλτο τα ξημερώματα της Παρασκευής (7/8) στην παλαιά ΕΟ Σπάρτης–Τρίπολης (στο ύψος του Κλαδά), σκόρπισε ανείπωτο, σπαρακτικό πόνο στην κοινωνία του Δ. Ευρώτα και όχι μόνο, αφήνοντας κενό σε συγγενείς, φίλους και σε όσους τον γνώριζαν.
Με καταγωγή από τον Άγιο Ιωάννη και μόνιμη κατοικία στο Περιστέρι Δ. Ευρώτα, ο Μιχάλης ήταν ένας ιδιαίτερα αγαπητός κι έμπειρος επαγγελματίας οδηγός, με πολλά χρόνια στο τιμόνι του φορτηγού μεταφοράς αγροτικών προϊόντων.
Από την πρώτη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση της τραγωδίας, κύμα συγκίνησης και πλήθος μηνυμάτων κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σκιαγραφώντας το πορτρέτο ενός ανθρώπου που είχε αγαπηθεί κι εκτιμηθεί βαθύτατα. Όλοι κάνουν λόγο για έναν ακούραστο άνθρωπο του μόχθου, έναν υποδειγματικό επαγγελματία που πάλευε καθημερινά για το μεροκάματο, ξεχωρίζοντας για τον χαρακτήρα, την εργατικότητα και την αφοσίωση στην οικογένειά του.
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 11 Αυγούστου και ώρα 11 το πρώι από τον ΙΝ Υπαπαντής του Κυρίου στο Περιστέρι Λακωνίας.
Από τον Π. Καραμούζη «για τον Μιχάλη»
Ανάμεσα στα πολλά μηνύματα, συγκλονίζει εκείνο του Λάκωνα συγγραφέα και εκπαιδευτικού-δασκάλου στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Σκάλας), Παναγιώτη Καραμούζη, που γνώριζε καλά τον εκλιπόντα και την οικογένειά του.
Με ένα ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο που «αγγίζει» τις χορδές της ψυχής, τον αποχαιρέτησε γράφοντας χαρακτηριστικά:
«Υπάρχουν μέρες που η ζωή μοιάζει να μην ξέρει τι κάνει. Παίρνει έναν άνθρωπο στα σαράντα οκτώ του χρόνια, έναν πατέρα, έναν σύζυγο, έναν άνθρωπο που είχε ακόμη μπροστά του τόσα πρωινά να ξυπνήσει, τόσα βράδια να γυρίσει στο σπίτι, τόσα πράγματα να πει και να κάνει. Παίρνει τον Μιχάλη. Και μένουν πίσω η Ελένη και ο Γιάννης. Μένει ένα σπίτι που από σήμερα θα έχει μια σιωπή που κανείς δεν θα ξέρει πώς να γεμίσει.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο άδικο απ’ όλα. Γιατί ο Μιχάλης δεν ήταν ένας άνθρωπος που ζητούσε πολλά από τη ζωή. Ήθελε τα απλά και τα σπουδαία μαζί: να είναι καλά η οικογένειά του, να μεγαλώσει το παιδί του, να το δει να προχωράει, να χαρεί τις μικρές του νίκες, να είναι εκεί στις δύσκολες μέρες και στις χαρές. Να γεράσει κάποτε δίπλα στην Ελένη, κοιτάζοντας πίσω και λέγοντας πως άξιζε η ζωή.
Και όμως, μια στιγμή ήταν αρκετή. Ένα τροχαίο. Μια στιγμή που δεν ρώτησε για όνειρα, για αγάπες, για σχέδια, για ανθρώπους που περίμεναν έναν άνθρωπο να επιστρέψει στο σπίτι. Έτσι είναι μερικές φορές η ζωή• ανεξήγητα σκληρή απέναντι στους καλούς ανθρώπους. Και ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο πολύ ο χαμός του Μιχάλη.
Γιατί υπήρχαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν. Κι εμείς που γνωρίσαμε την καλοσύνη του, την οικογένειά του, εκείνη τη σπάνια ανθρωπιά που δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια για να φανεί, νιώθουμε σήμερα πως χάθηκε κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος. Χάθηκε ένας από εκείνους τους απλούς, σπουδαίους ανθρώπους που κάνουν τον κόσμο λίγο πιο ανθρώπινο μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν.
Δεν ξέρω τι μπορεί να πει κανείς στην Ελένη. Δεν υπάρχουν λόγια αρκετά μεγάλα για μια τέτοια απουσία. Και για τον Γιάννη, ίσως η μόνη παρηγοριά που μπορεί να υπάρξει κάποτε είναι πως θα μεγαλώσει γνωρίζοντας κάτι που κανένα τροχαίο, καμιά μοίρα, καμιά αδικία της ζωής δεν μπορεί να του πάρει: ότι ο πατέρας του τον αγάπησε βαθιά. Ότι τον ονειρεύτηκε μεγάλο, δυνατό και ευτυχισμένο. Ότι ήθελε να είναι εκεί για να τον δει να μεγαλώνει.
Κι εμείς θα θυμόμαστε τον Μιχάλη όχι μόνο για τον τρόπο που έφυγε, αλλά κυρίως για τον τρόπο που έζησε. Με την αγάπη του, με την οικογένειά του, με την καλοσύνη του. Γιατί ένας άνθρωπος δεν είναι η τελευταία στιγμή της ζωής του. Είναι όλα εκείνα που άφησε πίσω του στις καρδιές των άλλων.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στον θάνατο: να μην αφήσουμε τον άνθρωπο να γίνει μόνο μια είδηση μιας τραγωδίας. Να κρατήσουμε το όνομά του. Να θυμόμαστε το πρόσωπό του. Να μιλάμε για την καλοσύνη του. Να λέμε πως πέρασε από τη ζωή μας και πως, για όσο ήταν εδώ, έκανε τον κόσμο κάποιων ανθρώπων καλύτερο.
Μιχάλη, καλό σου ταξίδι. Και μακάρι ο Γιάννης, όταν μεγαλώσει, να μπορέσει κάποτε να κοιτάξει ψηλά και να πει με περηφάνια: “Ο πατέρας μου ήταν ένας καλός άνθρωπος. Και με αγάπησε πολύ”. Ίσως αυτό να είναι το πιο δυνατό πράγμα που μπορεί να αφήσει ένας πατέρας πίσω του».




