Επιμέλεια: Νίκος Καρμοίρης
Για τους Σπαρτιάτες και τις Σπαρτιάτισσες, το όνομα «Παναγιώτα» δεν αντιστοιχεί απλώς σε μια ταμπέλα καταστήματος· είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πιο τρυφερές παιδικές μας αναμνήσεις. Από τη μεταπολεμική έως τη μεταμνημονιακή εποχή, γενιές ολόκληρες έχουν να διηγηθούν μια ιστορία, να ανακαλέσουν μια μυρωδιά ή ένα χαμόγελο από το θρυλικό μαγαζί που, μέχρι πριν από λίγες ημέρες, έστεκε ορθάνοιχτο επί της οδού Λυκούργου 102, στις γραφικές Καμάρες απέναντι από την κεντρική πλατεία της πόλης.
Ξηροί καρποί, πολύχρωμα παιχνίδια, περίτεχνες πασχαλινές λαμπάδες, σημαιούλες και παραδοσιακές στολές, χαρταετοί που περίμεναν να πετάξουν στον σπαρτιατικό ουρανό, σουβενίρ κι αναμνηστικά για τους επισκέπτες... Όλα αυτά δεν ήταν απλώς εμπορεύματα. Ήταν κομμάτια μιας καθημερινότητας ενδεδυμένης με την καλοσυνάτη φυσιογνωμία, την ψυχή και την ευγενική αύρα της Παναγιώτας Μανιάτη, της «γιαγιάς Παναγιώτας», για εμάς τους νεότερους.
Αναζητούσες ξηρούς καρπούς; Στην «Παναγιώτα» θα πήγαινες. Ήθελες λαμπάδες και παιχνίδια για το βαφτιστήρι; Ξανά στην «Παναγιώτα». Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν εκεί. Σε γιορτές, σε επετείους, στην καθημερινότητά μας. Παράλληλα, το μαγαζί αποτελούσε για δεκαετίες την ιδανική –και ενίοτε και τη μοναδική– στάση για τους επισκέπτες της πόλης που αναζητούσαν τουριστικά είδη κι αναμνηστικά.
Ποια ήταν όμως η «θρυλική» Παναγιώτα;
Γεννήθηκε το 1932 στην ορεινή Καστάνια Μεσσηνίας. Σε ηλικία μόλις τριών ετών, η οικογένειά της μετακόμισε στην Καλαμάτα. Μετά τον χωρισμό των γονιών της, η Παναγιώτα και ο αδελφός της, Παναγιώτης, βρέθηκαν υπό τη σκέπη και τη φροντίδα του παππού και της γιαγιάς τους.
Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο παππούς πήρε την οικογένειά του, μαζί και τον 17χρονο θείο Ιορδάνη, και μετοίκησαν στη Σπάρτη αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Ο «γερο-Σάμαλης», όπως τον γνώριζαν οι παλιοί Σπαρτιάτες, πουλούσε σάμαλι στον δρόμο. Ήταν εκείνος που έφτιαξε για τη μικρή Παναγιώτα ένα αυτοσχέδιο κασελάκι από κουτί σαρδέλας, προκειμένου να πουλάει ξηρούς καρπούς, περασμένο στον λαιμό της. Έτσι, μέσα από τους δρόμους και τη σκληρή βιοπάλη που της στέρησε τα σχολικά θρανία, μυήθηκε από παιδί στο εμπόριο.
Το πρώτο της «μαγαζί» ήταν ένα ξύλινο καρότσι με ρόδες ποδηλάτου. Κατά την περίοδο του Πολέμου και της Κατοχής, η Παναγιώτα συνέχισε να βιοπορίζεται πουλώντας σπόρια, φραγκόσυκα, λαθραία τσιγάρα και αλάτι, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των Ιταλών. Το 1943 οι Γερμανοί συνέλαβαν τον παππού και τον θείο της, τον Ιορδάνη, ο οποίος, ανήμερα του Οσίου Νίκωνος, εκτελέστηκε στο Μονοδένδρι, ανάμεσα στους 100 εθνομάρτυρες.
Μετά τον Εμφύλιο, ο παππούς πέθανε και η γιαγιά επέστρεψε στην Καλαμάτα, παίρνοντας μαζί το λιγοστό τους βιος. Η Παναγιώτα αρνήθηκε να την ακολουθήσει. Έμεινε στη Σπάρτη με τον αδερφό της, πάμφτωχη.
Με 1.000 δραχμές που της είχε αφήσει κρυφά ο παππούς, έφτιαξε ένα νέο καρότσι και δούλευε ασταμάτητα έξω από σινεμά, γήπεδα και πανηγύρια. Το αστείρευτο πείσμα της και το επιχειρηματικό της δαιμόνιο απέδωσαν καρπούς: μέσα σε τρία μόλις χρόνια, οι 1.000 δραχμές έγιναν 300 χρυσές λίρες. Σταδιακά, ανέλαβε και τις καντίνες των κινηματογράφων της πόλης.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 παντρεύτηκε τον Δημήτρη Μανιάτη και μαζί άνοιξαν το πρώτο τους στεγασμένο «κανονικό» μαγαζί στη γωνία Λυκούργου και Γκορτσολόγου. Ήταν το έτος 1955. Λίγα χρόνια μετά, κατάφεραν να αγοράσουν ένα παλιό σπίτι στις Καμάρες, το οποίο αργότερα έδωσε τη θέση του στη σύγχρονη οικοδομή, στο ισόγειό της οποίας στεγάστηκε οριστικά το εμβληματικό της κατάστημα.
Το τέλος μιας εποχής
Η Παναγιώτα έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο του 2019, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας παρακαταθήκη ένα σπάνιο παράδειγμα εργατικότητας, καλοσύνης και αξιοπρέπειας.
Το ιστορικό κατάστημα πέρασε στα χέρια των εγγονιών της, Δήμητρας και Βάιου Καρρά. Εκείνοι, μαζί με τον σύζυγο της Δήμητρας, Κυριάκο Μπουγάδη, διατήρησαν αναλλοίωτο το αυθεντικό του ύφος και με το ίδιο μεράκι εξυπηρετούσαν ντόπιους κι επισκέπτες, με την Παναγιώτα και τον Δημήτρη Μανιάτη να τους καμαρώνουν από τα κάδρα στους τοίχους.
Όλα όμως στη ζωή, όπως και στην ιστορία μιας πόλης, κάνουν τον κύκλο τους. Έτσι, στις 31 Μαρτίου, η «Παναγιώτα» έκλεισε οριστικά τις πόρτες της. Το επόμενο πρωί, ανήμερα Πρωταπριλιάς, η είδηση κυκλοφόρησε στη Σπάρτη σαν ψέμα που δεν πιστέψαμε. «Σιγά που έκλεισε η “Παναγιώτα”», σκεφτήκαμε, κρατώντας όλοι ένα κομματάκι της ζωντανό –όσο αναλογεί στον καθένα– στις μνήμες μας. Και αυτό, ίσως, να είναι το σπουδαιότερο κατόρθωμα της Παναγιώτας: ότι θα συνεχίσει να ζει και να «τριγυρνά» αθόρυβα στις μνήμες της πόλης κι εμείς θα τρέχουμε ξοπίσω τους σαν παιδιά κυνηγώντας την αθωότητά μας· στις εθνικές μας γιορτές, τις Καθαρές Δευτέρες, τις αποκριές, τα Πάσχα…

Η εγγονή της Παναγιώτας, Δήμητρα Καρρά, έκλεισε τις πόρτες του μαγαζιού αφήνοντας ανοιχτά τα παράθυρα της μνήμης με ένα συγκινητικό μήνυμα, αποχαιρετώντας και ευχαριστώντας την τοπική κοινωνία για τη σχέση ζωής που έχτισαν στα 70 και πλέον χρόνια ιστορίας της οικογενειακής επιχείρησης:
«Το 1955, η γιαγιά και ο παππούς άνοιξαν αυτό το μαγαζί με τα χέρια τους, τον κόπο τους και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Με τα χρόνια, η Παναγιώτα δεν ήταν απλώς ένας χώρος δουλειάς· έγινε σημείο συνάντησης, καθημερινή συνήθεια, κομμάτι της γειτονιάς και της ζωής μας. Πέρασαν γενιές, άλλαξαν εποχές, ο κόσμος προχώρησε – κι εμείς ήμασταν πάντα εδώ.
Εγώ μεγάλωσα μέσα σε αυτό το μαγαζί. Εδώ έζησα όλη μου την παιδική ηλικία, τις μέρες μετά το σχολείο, τις μυρωδιές, τις φωνές και τους ανθρώπους. Αργότερα, τα παιδιά μου έζησαν κι αυτά κάποια από τα χρόνια τους εδώ, στον ίδιο χώρο, με την ίδια αγάπη. Έτσι, η ιστορία του μαγαζιού έγινε και δική μου ιστορία, και μετά η ιστορία των παιδιών μου.
Από το 1955 μέχρι σήμερα, ζήσαμε χαρές και δυσκολίες, γιορτές και απλές καθημερινές στιγμές. Κάθε “καλημέρα”, κάθε κουβέντα στον πάγκο, κάθε άνθρωπος που μας προτίμησε, έγραψε ένα μικρό κομμάτι αυτής της διαδρομής. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε υπάρξει χωρίς εσάς.
31 Μαρτίου 2026, η Παναγιώτα κλείνει οριστικά. Όμως η ευγνωμοσύνη μας μένει για πάντα. Σας ευχαριστούμε από καρδιάς για την εμπιστοσύνη, την αγάπη και τη στήριξη όλα αυτά τα χρόνια.
Η ιστορία αυτού του μαγαζιού είναι και δική σας ιστορία – και θα τη θυμάμαι πάντα με συγκίνηση και περηφάνια. Γιατί κάποια μέρη δεν κλείνουν ποτέ – ζουν μέσα μας».
* Το παρόν αφιέρωμα βασίστηκε στο εξαιρετικό βιογραφικό και ηθογραφικό κείμενο του Βαγγέλη Μητράκου, που δημοσιεύθηκε στον τοπικό Τύπο τον Σεπτέμβριο του 2019 με τίτλο: «“Η Παναγιώτα της Σπάρτης”. Ένα αληθινό παραμύθι». Ο ίδιος, μέσα από τη συνέντευξή του με την Παναγιώτα και τον Δημήτρη Μανιάτη το καλοκαίρι του 2000, διέσωσε την ιστορία μιας θρυλικής φυσιογνωμίας και, παράλληλα, ένα πολύτιμο κομμάτι της νεότερης ιστορίας της Σπάρτης. Του πρέπουν τα οφειλόμενα εύσημα κι ευχαριστίες.
Υπάρχουν κάποια μαγαζιά που δεν είναι απλώς επιχειρήσεις. Είναι κομμάτι ζωής. Μνήμης. Οικογένειας. Η «Παναγιώτα» στη Σπάρτη ήταν ένα τέτοιο μέρος. Και για τη Δήμητρα Καρρά, ήταν κάτι ακόμη πιο βαθύ.
«Για εμένα η “Παναγιώτα” ήταν το σπίτι μου… Εδώ μέσα μεγάλωσα…» λέει, και μέσα σε αυτή τη φράση χωρά μια ολόκληρη ζωή. «Εδώ περνούσα από παιδί Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, εθνικές εορτές, καλοκαίρι…»
Οι εικόνες έρχονται η μία μετά την άλλη, ζωντανές, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα:
«Θυμάμαι παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς να φουσκώνουμε μπαλόνια με τους δικούς μου και να τα κρεμούν στις κολόνες, στις καμάρες, και να τα δίνουμε δώρο στα παιδιά… αυτό το έκαναν από τα παιδικά χρόνια της μαμάς μου».
«Ανήμερα εθνικών εορτών ήμασταν πάντα ανοιχτά και πουλούσαμε σημαίες μέχρι να ξεκινήσει η παρέλαση».
«Το καλοκαίρι ερχόντουσαν οι Έλληνες του εξωτερικού κάθε χρόνο και έπρεπε να πάρουν τα σουβενίρ τους από την Παναγιώτα».
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, οι άνθρωποι που έδωσαν ψυχή στο μαγαζί:
«Θυμάμαι όταν ερχόταν κάποιος Ιταλός, πώς κατάφερνε η γιαγιά και συνεννοούνταν με τα ιταλικά της Κατοχής…»
«Και τον παππού… ήταν η σιωπηλή δύναμη πίσω από τη γιαγιά, ο στυλοβάτης της. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε το μαγαζί».
Οι μικρές στιγμές είναι αυτές που μένουν πιο βαθιά.
«Κάθε Καθαρά Δευτέρα η γιαγιά κατέβαινε από το σπίτι με τη μουτζούρα στο χέρι και μας μουτζούρωνε, γιατί έτσι ήταν το έθιμο».
«Με τον παππού Τάκη φτιάχναμε “σκουλαρίκια” για τους χαρταετούς από εφημερίδες… και εννοείται ότι το πρωί της Καθαράς Δευτέρας ήμασταν στο μαγαζί».
Η «Παναγιώτα» δεν ήταν απλώς το σκηνικό των παιδικών της χρόνων. Ήταν το σκηνικό όλης της ζωής της.
«Στο μαγαζί, στη Λευκή Νύχτα, έκανε η κόρη μου τα πρώτα της βήματα χωρίς βοήθεια… δυστυχώς δεν την είδα γιατί ήμουν μέσα και δούλευα. Μετά γέννησα τον Παναγιώτη Πέμπτη και την επόμενη Τετάρτη ήμουν στο μαγαζί, γιατί έπρεπε να ετοιμαστεί για τα Χριστούγεννα».
Και μαζί με τις χαρές, ήρθαν και οι δύσκολες στιγμές.
«Θυμάμαι τη χαρά του παππού και της γιαγιάς όταν βγήκαν τα αποτελέσματα από τις πανελλήνιες… Θυμάμαι και την είδηση του θανάτου του μπαμπά μου… Χαρές, λύπες, ευτυχισμένες στιγμές, γενέθλια, ονομαστικές γιορτές… όλα εδώ μέσα. Όλη μου η ζωή».
Ακόμα και όταν έφυγε για σπουδές, η επιστροφή ήταν πάντα η ίδια.
«Ακόμα και φοιτήτρια, στις διακοπές εδώ ήμουν. Οι γονείς μου έπαιρναν άδεια από τη δουλειά τους για να βοηθούν τους παππούδες στο μαγαζί. Ίσως γι’ αυτό η στιγμή που αποφάσισαν να συνεχίσουν την επιχείρηση είχε τόσο έντονο συναίσθημα.»
«Όταν αποφασίσαμε να αγοράσουμε την επιχείρηση, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Θα συνέχιζα αυτό το όνομα. Ήθελα να το κάνω μέχρι τα 80, όπως η γιαγιά και ο παππούς…»
Όμως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Τα έξοδα πολλά, αμείλικτα: ενοίκιο, μισθοί, εισφορές, λογαριασμοί. Και όσο κι αν η καρδιά έλεγε «συνέχισε», η λογική επέβαλε μια δύσκολη απόφαση. «Με πολύ σκέψη, η απόφαση ήταν συνειδητοποιημένη… Το κλείσιμο ήταν πολύ δύσκολο».
Και όμως, κάτι μένει.
Γιατί η «Παναγιώτα» μπορεί να κατέβασε ρολά, αλλά για τη Δήμητρα Καρρά -και για όσους τη γνώρισαν- θα είναι πάντα ένα κομμάτι καρδιάς που δεν κλείνει ποτέ.
| Από την εβδομαδιαία έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




