Στο τραπέζι του Δημοτικού Συμβουλίου Σπάρτης της Δευτέρας (30/3) βρέθηκε η «βόμβα» της απένταξης του Ξενία, ενός έργου που, αν και άρχισε διθυραμβικά στα μέσα του 2020, τελικά κατέληξε να χαθεί εντελώς άδοξα. Το θέμα ήρθε με εισήγηση της αντιπολίτευσης που έφερε στο προσκήνιο τα βαλτωμένα και προβληματικά έργα, βάζοντας συνολικά στο κάδρο τον τρόπο που προχωρούν -ή δεν προχωρούν- οι μεγάλες παρεμβάσεις στον δήμο.
Αν και ο φάκελος Ξενία μπήκε τελευταίος στη μακρά ημερήσια διάταξη και ξεκίνησε να συζητείται κυριολεκτικά «στα άγρια χαράματα», δεν άργησε να ανάψει τα αίματα. Η κουβέντα πήρε γρήγορα έντονο χαρακτήρα, με αντιπαραθέσεις και ερωτήματα για το «τις πταίει» που ένα (ακόμα) έργο-σύμβολο για τη Σπάρτη οδηγήθηκε τελικά σε ναυάγιο. Το μεγάλο ζητούμενο, όμως, που αιωρείται, είναι αν το έργο, το οποίο θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ως 31/12/23, έχει ακόμη μέλλον και «παλμό» ή χάθηκε οριστικά από τον χάρτη.
Το ιστορικό της κατάρρευσης
Την εισήγηση έκανε η Τασία Κανελλοπούλου, η οποία παρουσίασε το χρονικό του έργου, επισημαίνοντας ότι το Ξενία εντάχθηκε το 2018 -επί δημαρχίας Βαγγέλη Βαλιώτη- με προϋπολογισμό 2,8 εκατ. ευρώ, με στόχο τη βιοκλιματική αναβάθμιση και αξιοποίησή του για πολιτιστικές και τουριστικές χρήσεις. Ωστόσο, από το ύψος της συνολικής εργολαβίας, απορροφήθηκαν περίπου 450.000 ευρώ και στη συνέχεια η σύμβαση διαλύθηκε. Καθοριστικός -όπως υποστήριξε- παράγοντας ήταν η καθυστέρηση μίας ημέρας στην πληρωμή του αναδόχου από την Οικονομική Υπηρεσία. Η ίδια έκανε λόγο για σοβαρή διοικητική αστοχία, τονίζοντας ότι αν η πληρωμή είχε γίνει εγκαίρως, η εργολαβία δεν θα μπορούσε να διαλυθεί. Αναφέρθηκε επίσης στη διαπραγμάτευση που προηγήθηκε, σημειώνοντας ότι ο εργολάβος ζητούσε επιπλέον 800.000 ευρώ, ενώ η υπηρεσία αναγνώριζε περίπου 150.000 ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε αδιέξοδο και τελικά σε οριστική ρήξη.
Σε πολιτικό επίπεδο, μίλησε για πλήγμα αξιοπιστίας του δήμου, επισημαίνοντας ότι έργα εντάσσονται με ώριμες μελέτες και όχι με πολιτικές πιέσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της λογοδοσίας, υπενθυμίζοντας ότι είχε ζητήσει από το 2024 τη διενέργεια ΕΔΕ, κάτι που δεν προχώρησε, ασκώντας κριτική στη λογική «περασμένα-ξεχασμένα». Παράλληλα, κατήγγειλε τη μη αξιοποίηση 150.000 ευρώ για μελέτες, τονίζοντας ότι σημαντικά έργα (Ξενία, Σπυρόπουλου, Κολυμβητήριο) εμφανίζουν ζητήματα στατικής επάρκειας που θα μπορούσαν να είχαν ήδη διερευνηθεί.
Αντιπολιτευτικές βολές για ευθύνες,
αστοχίες και χαμένες ευκαιρίες
Η επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης, Ντία Τζανετέα, ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα δεν προσφέρεται για αντιπολιτευτική εκμετάλλευση. Τόνισε ότι η εξέλιξη προκάλεσε απογοήτευση, όχι μόνο στους αιρετούς, αλλά και στους πολίτες, υπογραμμίζοντας ότι η Σπάρτη χάνει διαρκώς έργα, πόρους και προοπτικές ανάπτυξης. Έθεσε ευθέως το ερώτημα αν υπήρξε δυνατότητα αξιοποίησης πόρων από άλλα έργα ή από «περισσεύματα» προγραμμάτων και γιατί αυτή η δυνατότητα δεν αξιοποιήθηκε. Αναγνώρισε ότι το αρχικό χρηματοδοτικό πλαίσιο ήταν ανεπαρκές, ιδίως μετά την εμφάνιση σοβαρών στατικών προβλημάτων κατά την αποξήλωση του κτιρίου. Δηκτικά, σημείωσε ότι το έργο «πήγε στις καλένδες», εκφράζοντας την ανησυχία ότι απομακρύνεται χρονικά χωρίς σαφή ορίζοντα επανεκκίνησης.
Κατέληξε ότι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος είναι η άμεση επικαιροποίηση της μελέτης και η τεκμηριωμένη διεκδίκηση νέας χρηματοδότησης. «Δεν νομίζω ότι πιστεύει κανείς ότι μπορεί να ολοκληρώσει αυτό το έργο τώρα με 2 εκατομμύρια ευρώ. Άρα εκείνο στο οποίο πρέπει να κάνει ο δήμος είναι να κάνει επικαιροποίηση της μελέτης, να εξετάσει το στατικό πρόβλημα και όταν θα έχει έτοιμη τη μελέτη, πριν “τρέξει”, να μπορέσει να ενταχθεί σε ένα νέο πρόγραμμα για να ολοκληρωθεί κάποια στιγμή», είπε.
Ο Πέτρος Δούκας στάθηκε με έντονο τρόπο στο ζήτημα της ευθύνης, χαρακτηρίζοντας αδιανόητο το γεγονός ότι ένα τόσο σημαντικό έργο χάθηκε λόγω καθυστέρησης μίας ημέρας.
Ζήτησε από τη Δημοτική Αρχή να διερευνήσει τι συνέβη στην Οικονομική Υπηρεσία και να υπάρξει επίσημη ενημέρωση του ΔΣ. Διευκρίνισε ότι δεν ζητά τιμωρίες, αλλά σαφή καταγραφή των αιτίων, ώστε να μην επαναληφθούν αντίστοιχα λάθη, ενώ εξέφρασε διαφωνία με τη λογική «κοιτάμε μόνο το μέλλον», επισημαίνοντας ότι χωρίς αποτίμηση του παρελθόντος δεν μπορεί να υπάρξει σωστός σχεδιασμός. Αίσθηση προκάλεσε η φράση του: «Γιατί δεν καλέσατε κάποιους από την Οικονομική Υπηρεσία για να καταλάβουμε πού οφείλεται αυτή η πραγματική βλακεία, στα όρια της ύποπτης βλακείας, να χάσουμε τόσα λεφτά από μια καθυστέρηση».
Ο Νίκος Τσούκλερης, από την παράταξη Τζανετέα, έδωσε έμφαση στη διαχρονική εξέλιξη του έργου, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα δεν προέκυψαν αιφνιδιαστικά, αλλά είχαν εντοπιστεί εγκαίρως και δεν αντιμετωπίστηκαν. Όπως ανέφερε, ήδη από τον Απρίλιο του 2021 είχε καταθέσει επιστημονικά τεκμηριωμένο έγγραφο προς την Τεχνική Υπηρεσία, στο οποίο κατέγραφε αδυναμίες της μελέτης και κατέληγε στην ανάγκη πλήρους αναθεώρησης, ιδίως ως προς τη στατική επάρκεια του κτιρίου. Τόνισε ότι οι κανονισμοί έχουν αλλάξει και ότι μια παλαιά μελέτη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές απαιτήσεις, επισημαίνοντας πως το έργο έπρεπε να επανεκτιμηθεί εγκαίρως, πριν οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Με χαρακτηριστικό τρόπο σημείωσε ότι «όταν ένα έργο δεν ξεκινά σωστά, δύσκολα εξελίσσεται σωστά», αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα προβλήματα στη φάση του σχεδιασμού καθόρισαν και την τελική του πορεία.
Συμφώνησε με την ανάγκη επικαιροποίησης της μελέτης, τονίζοντας ότι πριν αναζητηθεί οποιοδήποτε χρηματοδοτικό εργαλείο, πρέπει να υπάρχει σαφής και ρεαλιστική αποτύπωση τόσο της τεχνικής κατάστασης, όσο και του πραγματικού κόστους.
Ο Γιώργος Κουρεμπής από το σχήμα Βαλιώτη, υπενθύμισε τις δυσκολίες που αντιμετωπίστηκαν για την ένταξη του έργου το 2018, κάνοντας λόγο για αυστηρές διαδικασίες και σημαντική προετοιμασία. Αναφέρθηκε στη συνολική χρηματοδότηση (ΕΣΠΑ, δάνειο, πρόσθετα κονδύλια) και υπογράμμισε ότι το έργο είχε ήδη επιβαρυνθεί από προβλήματα που εμφανίστηκαν στην πορεία.
Εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το αν το έργο μπορεί να επανεκκινήσει, σημειώνοντας ότι η απένταξη δημιουργεί νέα δεδομένα και αυξάνει την αβεβαιότητα. Παράλληλα, έθεσε θέμα πολιτικής διεκδίκησης, επισημαίνοντας ότι σε τέτοια έργα απαιτείται ισχυρή πίεση και συντονισμένες ενέργειες.
Κοιτάζει μπροστά για επανεκκίνηση...
αν προκύψει η Δημοτική Αρχή
Ο αντιδήμαρχος Προγραμματισμού, Πληροφορικής & Επιχειρηματικότητας, Παναγιώτης Τριτάκης, έδωσε έμφαση στους λόγους που οδήγησαν στην απένταξη, εστιάζοντας σε τεχνικά και διαχειριστικά δεδομένα. Ανέφερε ότι ο δήμος υπέβαλε πρόταση στη β’ φάση για τα τμηματοποιημένα έργα, ακολουθώντας τις οδηγίες της Διαχειριστικής Αρχής, ωστόσο αυτό δεν απέδωσε. Ο ίδιος ερμήνευσε ότι, κατά την κρίση των αρμόδιων φορέων, δεν υπήρχε ενεργή εργολαβία στο τέλος του 2023, το έργο δεν είχε φυσικό και ενεργειακό αντικείμενο και δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στην έκθεση κλεισίματος του προγράμματος. «Ήταν ένα έργο που έμεινε στις κολόνες», είπε χαρακτηριστικά. «Μάλλον χαρακτηρίστηκε ως ένα έργο που δεν θα μπορούσε να πάρει το ρίσκο μια Διαχειριστική να δώσει την ευκαιρία να συνεχιστεί. Είχε μεγάλο ρίσκο υλοποίησης», επεσήμανε. Τόνισε ότι η απένταξη μειώνει δραστικά τις πιθανότητες συνέχισης χρηματοδότησης από το ίδιο πλαίσιο, αφήνοντας μόνο ένα θεωρητικό περιθώριο επανεξέτασης στο μέλλον. Επέμεινε ότι χωρίς επικαιροποίηση της μελέτης και σαφή αποτύπωση του πραγματικού κόστους, δεν μπορεί να υπάρξει καμία σοβαρή προσπάθεια επανένταξης, καθώς οι ανατιμήσεις έχουν αλλάξει πλήρως τα οικονομικά δεδομένα.
Ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών, Δημοσθένης Κακούρος, υπερασπίστηκε τη Δημοτική Αρχή, υποστηρίζοντας ότι το έργο παραλήφθηκε με διαλυμένη εργολαβία και σοβαρές εκκρεμότητες. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν το προηγούμενο διάστημα για επανεκκίνηση του έργου, σημειώνοντας ότι υπήρξαν επαφές με τον ανάδοχο και σε κάποια φάση εξετάστηκε ακόμη και η ανάκληση της διάλυσης της σύμβασης. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, οι ανατιμήσεις στην αγορά υλικών και κατασκευών, σε συνδυασμό με τις αρχικές αδυναμίες της μελέτης, κατέστησαν το έργο οικονομικά μη βιώσιμο. Επεσήμανε ότι ήδη από την αρχή το έργο χαρακτηριζόταν «οριακό» ως προς τον προϋπολογισμό του και ότι στη συνέχεια η κατάσταση επιδεινώθηκε. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ότι η επόμενη μέρα απαιτεί επανεκκίνηση από μηδενική βάση, με εκπόνηση νέας, ολοκληρωμένης μελέτης που θα αποτυπώνει το πραγματικό κόστος και τις σύγχρονες τεχνικές απαιτήσεις. Παράλληλα, απάντησε στις αιχμές περί ευθυνών, επισημαίνοντας ότι η διάλυση της εργολαβίας προέκυψε στην προηγούμενη διοικητική περίοδο Δούκα, θέτοντας εμμέσως το ερώτημα σε ποιον αποδίδονται οι ευθύνες.
Βάζοντας τον επίλογο, ο δήμαρχος Μιχάλης Βακαλόπουλος επέλεξε να δώσει το συνολικό πολιτικό πλαίσιο της υπόθεσης, εντάσσοντας το Ξενία σε μια ευρύτερη κατηγορία έργων που -όπως είπε- παραλήφθηκαν με προβλήματα, ελλείψεις και «παθογένειες». Αναφέρθηκε ονομαστικά και σε άλλα έργα (Παλαιολόγου, Open Mall, Σπυροπούλειο), επιχειρώντας να δείξει ότι το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο αλλά συστημικό. Τόνισε ότι η Δημοτική Αρχή δεν αποποιείται την ευθύνη διαχείρισης αυτής της κατάστασης, αλλά καλείται να αντιμετωπίσει έργα που ξεκίνησαν με ελλιπή σχεδιασμό και ανεπαρκή χρηματοδότηση.
Για το Ξενία ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, η αρχική μελέτη είχε ελλείψεις, δεν υπήρχε πρόβλεψη ούτε για βασικά στοιχεία, όπως ο εξοπλισμός, ενώ το έργο αποδείχθηκε οικονομικά ανεπαρκές από την αρχή. Αναφέρθηκε επίσης στην απένταξη, σημειώνοντας ότι δεν αφορά μόνο τη Σπάρτη, αλλά δεκάδες έργα σε όλη τη χώρα, επιχειρώντας να αποφορτίσει το πολιτικό βάρος της εξέλιξης. Στο ζήτημα της διερεύνησης ευθυνών, τήρησε αποστασιοποιημένη στάση, λέγοντας ότι η προτεραιότητα της Δημοτικής Αρχής είναι το τι θα γίνει από εδώ και πέρα και όχι η αναδρομή στο παρελθόν, θέση που προκάλεσε αντιδράσεις στην αίθουσα, όπως από τον Π. Δούκα.
Ο κ. Βακαλόπουλος έδωσε έμφαση στην ανάγκη επικαιροποίησης της μελέτης ως βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νέα χρηματοδότηση, ενώ σημείωσε ότι η στρατηγική του δήμου δεν περιορίζεται μόνο στο κτίριο, αλλά αφορά τη συνολική αξιοποίηση του λόφου του Ξενία. Απαντώντας στον κ. Δούκα, είπε ότι η διαλυμένη σύμβαση βρέθηκε επί των ημερών του και ζήτησε από εκείνον να δώσει πληροφορίες. Κατέληξε τονίζοντας ότι, παρά τις δυσκολίες, η Δημοτική Αρχή θα συνεχίσει τη διεκδίκηση χρηματοδότησης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεκκίνησης του έργου σε νέα βάση.
Ένα όραμα που έμεινε… μετέωρο
και «φτερούγισε»
Η συζήτηση για το Ξενία ανέδειξε ανάγλυφα, πέραν της απώλειας αυτού καθ’ αυτού του έργου, τις διαχρονικές αδυναμίες στον σχεδιασμό, υλοποίηση και διαχείριση δημοσίων έργων στη Σπάρτη. Από τη μία πλευρά τέθηκαν σοβαρά ζητήματα ευθυνών και λογοδοσίας για κρίσιμους χειρισμούς που οδήγησαν στη διάλυση της εργολαβίας και τελικά στην απένταξη, ενώ από την άλλη αναδείχθηκε η ανάγκη επανεκκίνησης από μηδενική βάση, με ώριμες μελέτες και ρεαλιστικό σχεδιασμό.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το Ξενία, ένα έργο με υψηλό συμβολισμό για την πόλη, παραμένει εγκλωβισμένο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, με τη συζήτηση να μεταφέρεται πλέον από το «τι πήγε λάθος» στο «αν και πώς μπορεί να σωθεί».




