Η επιμονή του πληθωρισμού «φρέναρε» τις ελπίδες της αγοράς για δυναμική εκκίνηση του 2026, με τις χειμερινές εκπτώσεις να κινούνται σε ρηχά νερά. Το πολυπόθητο +5% στον τζίρο δεν ήρθε ποτέ, καθώς η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική και η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει τις αγοραστικές δυνατότητες των νοικοκυριών. Παρά τις σημαντικές προσφορές, η αγορά δεν απέκτησε τον αναμενόμενο παλμό, επιβεβαιώνοντας ότι το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διατηρήθηκε τον Ιανουάριο στο 2,8%, υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το λιανεμπόριο να καταγράφει τη μικρότερη ετήσια αύξηση της τελευταίας πενταετίας, μόλις στο 2%. Ακόμη και αν αφαιρεθούν οι κλάδοι τροφίμων, καυσίμων και οχημάτων, η εικόνα δεν διαφοροποιείται, γεγονός που αποτυπώνει τη συνολική κόπωση της αγοράς. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν τα σούπερ μάρκετ, όπου ο τζίρος ενισχύθηκε κατά 4,4%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το 27% του συνόλου, στοιχείο που δείχνει ότι οι καταναλωτές δίνουν προτεραιότητα στις βασικές ανάγκες.
Την ίδια ώρα, οι καταναλωτές εμφανίστηκαν πιο συγκρατημένοι. Έξι στους δέκα αξιοποίησαν τις εκπτώσεις, κυρίως για προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, αλλά με λιγότερες και πιο στοχευμένες αγορές, αποφεύγοντας τα περιττά έξοδα. Τρεις στους δέκα επέλεξαν είδη ένδυσης και υπόδησης, δύο στους δέκα προϊόντα τεχνολογίας και ένας στους δέκα είδη σπιτιού, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό παρέμεινε εντελώς εκτός αγορών, θεωρώντας ότι ακόμη και οι μειωμένες τιμές δεν είναι πλέον ελκυστικές.
Γιατί ακριβαίνουν ρούχα και παπούτσια
Η αύξηση 8% στον δείκτη τιμών της ένδυσης–υπόδησης δεν αντανακλά άνοδο της ζήτησης, αλλά κυρίως τη συσσώρευση κόστους. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές, τα αυξημένα μεταφορικά και ενεργειακά έξοδα, τα υψηλότερα ενοίκια και το μισθολογικό κόστος περιόρισαν τη δυνατότητα για βαθιές εκπτώσεις. Παράλληλα, πολλές επιχειρήσεις προχώρησαν σε «καθυστερημένες» ανατιμήσεις για να καλύψουν απώλειες προηγούμενων μηνών, ενώ η στροφή των καταναλωτών σε λιγότερα αλλά πιο ποιοτικά προϊόντα ανέβασε τον μέσο δείκτη τιμών.
Στην πράξη, οι πωλήσεις σε πραγματικούς όρους μειώθηκαν, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά δεν βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης αλλά προσαρμογής. Το αποτέλεσμα είναι ένας κλάδος που παλεύει με αυξημένα κόστη και περιορισμένη ζήτηση, την ώρα που οι επιχειρήσεις αναζητούν νέους τρόπους προσέλκυσης πελατών και ενίσχυσης της ρευστότητας. Το βλέμμα στρέφεται πλέον στην εαρινή περίοδο, με την ελπίδα ότι η σταθεροποίηση των τιμών και η ενίσχυση του εισοδήματος θα δώσουν την απαραίτητη ώθηση στην κατανάλωση και θα επαναφέρουν την αγορά σε τροχιά ουσιαστικής ανάκαμψης.




