Ένας τόπος τραχύς και απόκρημνος, που ιστορικά αντιστάθηκε σε κατακτητές και επιρροές, έρχεται σήμερα να καταγραφεί και ως ένα μοναδικό γενετικό αποτύπωμα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Μέσα Μάνη, η περιοχή νότια της Αρεόπολης από τον Σαγιά ως το Ταίναρο, αναδεικνύεται, σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη, ως ένας από τους πιο ιδιαίτερους και κλειστούς γενετικά πληθυσμούς της Ευρώπης, με ρίζες που φτάνουν βαθιά στην αρχαιότητα. Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Communications Biology», δείχνει ότι μεγάλο μέρος των γενεαλογικών γραμμών των σημερινών κατοίκων της περιοχής μπορεί να ανιχνευθεί ήδη από την Εποχή του Χαλκού, την Εποχή του Σιδήρου και τα Ρωμαϊκά χρόνια.
Τα άγρια βουνά, οι απόκρημνες ακτές και η ιδιότυπη πέτρινη αρχιτεκτονική της Μέσα Μάνης, όπως περιγράφεται, δεν λειτούργησαν μόνο ως φυσικό τοπίο, αλλά και ως «τείχος» απομόνωσης. Για περισσότερους από δέκα αιώνες, η περιοχή έμεινε στο περιθώριο των μεγάλων πληθυσμιακών μετακινήσεων που άλλαξαν το γενετικό αποτύπωμα της υπόλοιπης Ελλάδας και των Βαλκανίων μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση με άλλους πληθυσμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως διαπιστώνει η μελέτη, οι Μέσα Μανιάτες παρουσιάζουν ελάχιστα ίχνη επιμειξίας με μεταγενέστερες ομάδες, όπως οι Σλάβοι που εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο τον 6ο αιώνα μΧ.
Η επιστημονική ομάδα και το ερώτημα της καταγωγής
Στο επίκεντρο του επιστημονικού έργου βρέθηκε η αναζήτηση της προέλευσης ενός πληθυσμού με έντονες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Στην έρευνα συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Κέντρο Υγείας Αρεόπολης, καθώς και τα εργαστήρια της FamilyTreeDNA.
Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επικεφαλής της μελέτης, Δρ Λεωνίδας-Ρωμανός Νταβράνογλου, η Μάνη «είναι μια περιοχή της στεριανής Ελλάδας, που όμοια δεν υπάρχει. Από άποψη αρχιτεκτονικής έχει τους πολεμόπυργους σε όλα τα χωριά, η διάλεκτος είναι αρχαΐζουσα, δεν ξέραμε από πού προέρχεται ο πληθυσμός που έχει τόσες ιδιαιτερότητες. Θέλαμε, λοιπόν, να απαντήσουμε σε κάποια ιστορικά αινίγματα, αλλά και να δώσουμε φωνή σε παραδόσεις που χάνονται». Εντούτοις, ο ίδιος παρατηρεί πως «το DNA μάς βοηθάει να διαφωτίσουμε άγνωστες πτυχές της ιστορίας του ελλαδικού χώρου, όποια και αν είναι αυτή, και να καταλάβουμε το πώς συντελέστηκαν διάφορες ιστορικές και δημογραφικές διεργασίες. Το DNA φυσικά δεν μας λέει κάτι για την ταυτότητα ενός ανθρώπου ή για το πόσο Έλληνας είναι κάποιος. Η ελληνικότητα είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό και όχι γενετικό. Άλλωστε, μπορεί οι Μανιάτες να ήταν απομονωμένοι για πάνω από 1.400 χρόνια, αλλά, εν τέλει, όλοι οι άνθρωποι είμαστε μείγματα διαφορετικών πληθυσμών –η γενετική μάς φέρνει κοντά, δεν μας διαχωρίζει. Πάμπολλες γενετικές έρευνες δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες αναμειγνύονταν με διάφορους πληθυσμούς, ενώ η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν εξαιρετικά πολυεθνικές. Απλώς μετά τον 6ο μΧ αιώνα, οι περισσότεροι πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου αφομοίωσαν επιπλέον ομάδες ανθρώπων, όπως τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους Αρβανίτες και άλλους, οι οποίοι δεν ήρθαν σε επαφή όμως με τους Μέσα Μανιάτες».
Μια γενετική «χρονοκάψουλα»
Η ανάλυση γενετικού υλικού από περισσότερους από 100 άνδρες κατοίκους της Μέσα Μάνης, με σύγχρονες μοριακές τεχνικές, συγκρίθηκε με χιλιάδες αρχαία δείγματα DNA, αλλά και με δεδομένα άνω του 1,3 εκατομμυρίου σύγχρονων ανθρώπων παγκοσμίως. Τα αποτελέσματα ήταν άκρως εντυπωσιακά: οι περισσότερες πατρικές γενεαλογικές γραμμές των Μέσα Μανιατών ανάγονται σε περιόδους πολύ πριν από τον Μεσαίωνα, καθιστώντας την περιοχή μια πραγματική γενετική «χρονοκάψουλα» της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ειδικότερα, όπως περιγράφεται, σε αντίθεση με πολλούς άλλους πληθυσμούς της στεριανής Ελλάδας, οι Μέσα Μανιάτες παρουσιάζουν ελάχιστες ενδείξεις αφομοίωσης μεταγενέστερων πληθυσμών, όπως των Σλάβων, των οποίων η άφιξη τον 6ο αιώνα μΧ μετέβαλε δραστικά το γενετικό και γλωσσικό τοπίο της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της μελέτης είναι ότι πάνω από το 50% των σημερινών ανδρών της Μέσα Μάνης φαίνεται να κατάγεται από έναν κοινό ανδρικό πρόγονο που έζησε τον 7ο αιώνα μΧ. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει μια δραματική πληθυσμιακή συρρίκνωση εκείνη την εποχή -πιθανόν λόγω επιδημιών, πολέμων ή γενικευμένης αστάθειας- και στη συνέχεια μακραίωνη απομόνωση των επιζώντων.
Οι μητέρες «αφηγούνται» μια πιο σύνθετη διαδρομή
Σε αντίθεση με την πατρική γραμμή, η μητρογραμμική καταγωγή αποκαλύπτει πιο σύνθετες διαδρομές. Όπως σημειώνει ο Καθηγητής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Αλέξανδρος Ηρακλείδης, «ενώ πολλές μητρικές γενεαλογικές γραμμές παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά μακροχρόνιας εντοπιότητας με τις πατρικές, άλλες υποδεικνύουν περιορισμένες επαφές με πληθυσμούς της ανατολικής Μεσογείου, του Καυκάσου, της δυτικής Ευρώπης, ακόμη και της Βόρειας Αφρικής. Τα γενετικά αυτά μοτίβα συνάδουν με μια έντονα πατριαρχική κοινωνία, στην οποία οι άνδρες παρέμεναν ριζωμένοι στον τόπο καταγωγής τους, ενώ μικρός αριθμός ξένων γυναικών ενσωματωνόταν στον τοπικό πληθυσμό».
Η γενετική δεν ορίζει την ταυτότητα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τους ερευνητές στο γεγονός ότι τα γενετικά δεδομένα δεν ταυτίζονται με την έννοια της ταυτότητας. Όπως τονίζει ο Δρ Νταβράνογλου, «το DNA μάς βοηθάει να διαφωτίσουμε άγνωστες πτυχές της ιστορίας του ελλαδικού χώρου, όποια και αν είναι αυτή, και να καταλάβουμε το πώς συντελέστηκαν διάφορες ιστορικές και δημογραφικές διεργασίες. Το DNA φυσικά δεν μας λέει κάτι για την ταυτότητα ενός ανθρώπου ή για το πόσο Έλληνας είναι κάποιος. Η ελληνικότητα είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό και όχι γενετικό. Άλλωστε, μπορεί οι Μανιάτες να ήταν απομονωμένοι για πάνω από 1.400 χρόνια, αλλά, εν τέλει, όλοι οι άνθρωποι είμαστε μείγματα διαφορετικών πληθυσμών - η γενετική μάς φέρνει κοντά, δεν μας διαχωρίζει. Πάμπολλες γενετικές έρευνες δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες αναμειγνύονταν με διάφορους πληθυσμούς, ενώ η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν εξαιρετικά πολυεθνικές. Απλώς μετά τον 6ο μΧ αιώνα, οι περισσότεροι πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου αφομοίωσαν επιπλέον ομάδες ανθρώπων, όπως τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους Αρβανίτες και άλλους, οι οποίοι δεν ήρθαν σε επαφή όμως με τους Μέσα Μανιάτες».
Προφορική μνήμη και επιστήμη
Πέρα από τα εργαστηριακά δεδομένα, η ερευνητική ομάδα μελέτησε ενετικά και οθωμανικά αρχεία, αλλά και κατέγραψε μαρτυρίες από περισσότερους από 60 ηλικιωμένους κατοίκους σχεδόν όλων των χωριών της Μέσα Μάνης. Οι προφορικές παραδόσεις συγκρίθηκαν με τα γενετικά ευρήματα, τα οποία συχνά τις επιβεβαιώνουν. Η αντιπροσωπευτική δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον διευθυντή του Κέντρου Υγείας Αρεόπολης, Δρ. Ανάργυρο Μαριόλη. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του διακεκριμένου γλύπτη, ζωγράφου και λογοτέχνη, Μιχάλη Κάσση, ο οποίος εξιστόρησε: «Δεν είναι τυχαίο που κανένας κατακτητής δεν κατάφερε να εδραιωθεί στη Μάνη. Ο τόπος ήταν αμείλικτα δύσκολος ακόμα και στους ίδιους τους κατοίκους του. Τον χειμώνα μάς πονούσαν τα γυμνά μας πόδια από το κρύο, το καλοκαίρι μας έκαιγε αλύπητα ο ήλιος. Πέτρες, ήλιος, θάλασσα –αυτή είναι η Μάνη. Έτσι και οι άνθρωποι έγιναν ανθεκτικοί και σκληροί για να τα βγάλουν πέρα. Και εάν κάποιος είχε λίγο ψωμί, λίγο τυρί και μερικές ελιές, τότε ήταν πραγματικά πλούσιος. Το αφράτο και γόνιμο χώμα δεν βγάζει εύκολα ήρωες».
Υγεία και γενετική το επόμενο βήμα
Εφόσον εξασφαλιστεί νέα χρηματοδότηση, οι επιστήμονες σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε μελέτες που θα αφορούν τη δημόσια υγεία και την αναζήτηση γενετικών ασθενειών με πιθανό κληρονομικό υπόβαθρο. Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής Ιατρικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και χειρουργός, Θεόδωρος Μαριόλης-Σαψάκος, «η ερευνητική ομάδα σκοπεύει να συνομιλήσει εκ νέου με την κοινότητα, ώστε να διερευνήσει κατά πόσο μελλοντικές αναλύσεις κλινικά σημαντικών γενετικών δεικτών θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην περαιτέρω κατανόηση της υγείας των Μέσα Μανιατών και να οδηγήσουν σε νέες στρατηγικές για τη διασφάλιση και τη θωράκισή της».
Μαριόλης: «Η Μάνη πιστοποιεί τη βαθιά, αγέρωχη και υπερήφανη ρίζα της»
Στη σημασία της έρευνας όχι μόνο για τη γενετική επιστήμη, αλλά και για τη συλλογική μνήμη και την πολιτισμική συνέχεια της Μάνης, στέκεται ο Ανάργυρος Δ. Μαριόλης, διευθυντής του Κέντρου Υγείας Αρεόπολης, που είχε καταλυτική συμβολή στην έρευνα. Σχολιάζοντας σχετικά, επισημαίνει: «Η μελέτη αυτή αποτελεί μία νησίδα φωτός για τη συνεχώς εξελισσόμενη επιστήμη, για την αδιάκοπη συνέχεια της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, για τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης της Μάνης και του ελληνικού χώρου. Είναι πραγματικά συγκινητικό πώς τα ίχνη του παρελθόντος αναδεικνύονται μέσα από τη γενετική έρευνα, ταξιδεύοντας ως άοκνοι συνοδοιπόροι μας από την αρχαιότητα έως το σήμερα. Οι επιστήμες διαπλέκονται και τα δεδομένα αναμοχλεύονται στην τύρβη του χρόνου, για να δημιουργηθεί με μία μοναδική τεχνοτροπία η χαλκογραφία του υπαρκτού σήμερα. Οι σιγείς ακολουθίες βάσεων μεταμορφώνονται σήμερα με τις νέες επιστημονικές μεθόδους σε ηχηρές μαρτυρίες ιστορικής -και όχι μόνο- συνέχειας. Η Μάνη πιστοποιεί, με τη σφραγίδα της επιστήμης, τη βαθιά της ρίζα στο παρελθόν, ρίζα που στέκει αγέρωχη και υπερήφανη έως τις μέρες μας. Είθε να μπορέσουμε να μεταβούμε στο επόμενο βήμα με σεβασμό και αίσθημα ευθύνης προς τον άνθρωπο, για να λύσουμε και άλλα διεπιστημονικά παίγνια με άμεσο όφελος για την υγεία του πληθυσμού».
Στον επίλογο, ο κ. Μαριόλης απευθύνει δημόσιες ευχαριστίες και πλέκει το εγκώμιο της ερευνητικής ομάδας και ιδιαίτερα του πρωτεργάτη του εγχειρήματος, Δρ. Νταβράνογλου: «Εκφράζω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες σε όλη την ερευνητική ομάδα, και πρωτίστως, στον πρωτεργάτη αυτής, τον εξαιρετικό επιστήμονα Λεωνίδα-Ρωμανό Νταβράνογλου». Και καταλήγει: «Μάνη, συνεχίζουμε, σε μεταβαλλόμενες επιστημονικές τροχιές…»
με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ




