Την έντονη αντίθεσή του στη σχεδιαζόμενη μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών στην Α΄ τάξη του Λυκείου, καθώς και τον προβληματισμό του για την εισαγωγή του μαθήματος των Οικονομικών εις βάρος της ανθρωπιστικής παιδείας, εκφράζει με ανακοίνωσή του ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Λακωνίας
«Η κατά παραγγελία εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής για μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στην Α’ τάξη του Λυκείου αποδεικνύει, για ακόμη μια φορά, ότι η διαμόρφωση των ωρολογίων και αναλυτικών προγραμμάτων γίνεται, δυστυχώς, χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό, με προχειρότητα και αποσπασματικές αποφάσεις που δεν στοχεύουν στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων. Η γνώση τεμαχίζεται σε “φέτες” (μαθήματα) και οι μαθητές καλούνται μόνοι τους να τις συρράψουν σε μόρφωση, χωρίς να τους παρέχεται η δυνατότητα να εμβαθύνουν και να καλλιεργήσουν την κριτική τους ικανότητα», τονίζει ο Σύνδεσμος και συνεχίζει:
«Χρειάζεται να γίνει κατανοητό ότι η προαναφερθείσα εισήγηση του ΙΕΠ πλήττει έναν από τους βασικότερους πυλώνες της γλωσσικής, πολιτισμικής και φιλοσοφικής καλλιέργειας των μαθητών. Τα Αρχαία Ελληνικά δεν είναι απλώς ένα μάθημα γλώσσας· είναι μέσο καλλιέργειας της σκέψης, ηθικής συγκρότησης και κατανόησης του σύγχρονου κόσμου μέσω της κλασικής παιδείας.
Την ίδια στιγμή, η εισαγωγή του μαθήματος των Οικονομικών, όσο χρήσιμη κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να προωθείται με τίμημα τον παραγκωνισμό της κλασικής γραμματείας. Η ουσιαστική παιδεία δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω σε χρηστικές γνώσεις· απαιτεί βάθος, αξίες και ιστορική συνείδηση — στοιχεία που προσφέρει η μελέτη της αρχαίας ελληνικής σκέψης.
Ως εκπαιδευτικοί που υπερασπιζόμαστε τη σφαιρική μόρφωση του μαθητή, δεν αρνούμαστε την ανάγκη για σύγχρονες γνώσεις. Ωστόσο, θεωρούμε ότι αυτές πρέπει να εντάσσονται ισόρροπα στο πρόγραμμα, χωρίς να απαξιώνουν θεμελιώδη μαθήματα του ανθρωπιστικού κλάδου. Η Παιδεία δεν μπορεί να προσαρμόζεται μόνο σε λογικές “αγοράς”. Πρέπει πρώτα και πάνω απ’ όλα να διαμορφώνει ανθρώπους με σκέψη, κρίση και ήθος, ειδικά σήμερα που η συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης καθιστά αναγκαία την ικανότητα των ανθρώπων να κατανοούν, να στοχάζονται, να ερμηνεύουν, να διαλέγονται με το παρελθόν και τον πολιτισμό τους», καταλήγει η ανακοίνωση-διαμαρτυρία του Συνδέσμου Φιλολόγων Λακωνίας.
Μάλιστα ο σύνδεσμος καλεί το υπουργείο Παιδείας να αναθεωρήσει τον σχεδιασμό του «διασφαλίζοντας την επαρκή διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών και αναγνωρίζοντας τον ρόλο τους ως βασικό άξονα της ελληνικής εκπαιδευτικής παράδοσης και της παιδευτικής ολοκλήρωσης των μαθητών», όπως επισημαίνεται στην κατακλείδα της σχετικής ανακοίνωσης.
Έντονη αντίδραση κι από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων
Λόγο για υποβάθμιση του ρόλου του δημόσιου σχολείου κάνει σε ανακοίνωσή της και η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, εκφράζοντας την έντονη αγανάκτησή της για την εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής προς το υπουργείο Παιδείας, η οποία όπως επισημαίνει έρχεται εν μέσω καλοκαιριού κι ενώ τα σχολεία είναι κλειστά «ώστε να αποφευχθούν οι εύλογες αντιδράσεις των Φιλολόγων».
Η εισήγηση μείωσης των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στην Α’ Λυκείου κατά μία ώρα «δεν είναι κεραυνός εν αιθρία» τονίζει η ΠΕΦ, υποστηρίζοντας πως πρόκειται για «μια σειρά προτάσεων του ΙΕΠ και αποφάσεων του Υπουργείου, οι οποίες υποβαθμίζουν γενικότερα τον ρόλο του δημόσιου σχολείου και βάλλουν κατά των φιλολογικών μαθημάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε: πρώτη ανάθεση της διδασκαλίας της Ιστορίας σε μη Φιλολόγους, η συνεξέταση Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και ο εξοστρακισμός, ουσιαστικά, της Λογοτεχνίας από το δημόσιο σχολείο, η πρόσφατη λογοκρισία στο βιβλίο της Γλώσσας της Γ’ Γυμνασίου κ.ά.».
Παρά το γεγονός ότι η ΠΕΦ έχει διατυπώσει διαφορετικές απόψεις για τον τρόπο διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, θεωρεί ότι «τα Αρχαία Ελληνικά, μαζί με όλα τα γνωστικά αντικείμενα τα οποία εντάσσονται στον κύκλο των Ανθρωπιστικών Σπουδών, συμβάλλουν καθοριστικά στη γλωσσική διδασκαλία, στην κατανόηση και αφομοίωση τής μητρικής γλώσσας, στην ανάπτυξη της εκφραστικής ικανότητας των μαθητριών και μαθητών μας, στην άσκηση και ανάπτυξη της κριτικής ικανότητάς τους, στην επαφή τους με την αρχαιοελληνική γραμματεία και την Ιστορία του αρχαίου κόσμου. Επιπλέον, είναι κοινή διαπίστωση ότι η κατάκτηση και αφομοίωση της γλώσσας, αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεση για τη διδασκαλία των άλλων γνωστικών αντικειμένων και επιστημών».
Στηλιτεύοντας τις εισηγήσεις του ΙΕΠ και τις αποφάσεις του υπουργείου Παιδείας, οι οποίες «σκοπίμως παραβλέπουν τη σημασία της γλωσσικής Παιδείας», η Ένωση χαρακτηρίζει «κροκοδείλια δάκρυα» τις κατά καιρούς διατυπωμένες ανησυχίες των ιθυνόντων για τις γλωσσικές αδυναμίες των μαθητών. «Τέτοιου είδους προτάσεις, όταν υλοποιούνται από το Υπουργείο Παιδείας, φανερώνουν ότι τα ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα διαμορφώνονται “εκ των ενόντων”, χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό, ο οποίος θα έχει ως στόχο να μορφώνονται ουσιαστικά οι μαθητές και οι μαθήτριές μας», σημειώνει εμφατικά η ΠΕΦ, απαιτώντας από το υπουργείο Παιδείας να μην υλοποιηθεί η πρόταση του ΙΕΠ, η οποία εφόσον εφαρμοστεί, όπως επισημαίνεται «θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση της Παιδείας στον τόπο μας».




