Δυσάρεστες φαίνεται να είναι οι προβλέψεις των ερευνών για τα ελαιόδεντρα της χώρας, αφού το δέντρο που στηρίζει μεγάλο κομμάτι τόσο της ελληνικής όσο και της λακωνικής οικονομίας κινδυνεύει άμεσα από την κλιματική κρίση.
Οι ολοένα και αυξανόμενες υψηλές θερμοκρασίες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, τα μεγάλα διαστήματα καύσωνα, καθώς και η δραματική μείωση των βροχοπτώσεων δεν θα επηρεάσουν μόνο την καρποφορία αλλά και στο σύνολό τους τις καλλιέργειες.
Όπως δηλώνει ο Καθηγητής Δενδροκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σταύρος Βέμμος, στην εφημερίδα «Καθημερινή», «οι μελέτες είναι δυσοίωνες για τους ελαιώνες, καθώς είναι πολύ πιθανό στο μέλλον να υπάρξει μείωση των καλλιεργειών στις νοτιότερες περιοχές της χώρας, όπως στην Πελοπόννησο, τη Νότια Κρήτη και τη Θεσσαλία».
Όπως εξηγεί ο Καθηγητής Βέμμος, αυτό θα οδηγήσει στην αύξηση της παραγωγής στις βόρειες περιοχές της Ελλάδας και κατ’ επέκταση στη μετατόπιση της καλλιέργειας της ελιάς.
Στη χώρα μας, το 20% των καλλιεργούμενων εκτάσεων καλύπτονται από ελιές και εκτιμάται ότι η κλιματική κρίση θα επηρεάσει την ανθοφορία, την καρπόδεση και την ποσότητα και ποιότητα του παραγομένου προϊόντος.
Ο κ. Βέμμος τονίζει ακόμα, πως αν οι περιοχές του νότου που τώρα έχουν τεράστιες εκτάσεις ελαιώνων επηρεαστούν μελλοντικά, τόσο από έντονες ξηρασίες όσο και από πιθανές πυρκαγιές, φαινόμενα που θα εντείνουν την ερημοποίηση, τότε σταδιακά με την πάροδο λίγων ετών θα είναι οικονομικά ασύμφορο για έναν ελαιοπαραγωγό να καλλιεργεί σε αυτά τα μέρη.
«Τα κύματα καύσωνα με θερμοκρασίες ακόμη και 40 βαθμών μπορούν κυριολεκτικά να κάψουν τα λευκά άνθη πολλών ελαιόδεντρων» τονίζει ο Καθηγητής και εξηγεί: «Είναι σαφές πως οι συνθήκες για τις ελιές δεν ήταν ποτέ τόσο άσχημες. Για τον λόγο αυτό στο μέλλον ενδέχεται να είναι πιο ευνοϊκή η καλλιέργεια μεγάλων εκτάσεων ελαιώνων προς τα βόρεια».
Ο κ. Βέμμος υπογραμμίζει ακόμα πως η φετινή σοδιά δεν θα είναι ικανοποιητική για τους παραγωγούς, καθώς προηγήθηκε μια πολύ ικανοποιητική συγκομιδή τον περασμένο χρόνο. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με το εξαγωγικό μπλόκο λαδιού από την Τουρκία, καθώς και την έλλειψη λαδιού από την Ισπανία, έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές του ελαιόλαδου στην αγορά να εκτιναχθούν στα ύψη. Επισημαίνει, ακόμα, πως αφού την περασμένη άνοιξη δεν σημειώθηκαν τόσο υψηλές θερμοκρασίες ενώ υπήρξαν αρκετές βροχοπτώσεις, υπήρξε ανθοφορία. Ωστόσο, το θερμό καλοκαίρι που ακολούθησε επηρέασε ενδεχομένως τους καρπούς.
Στροφή προς τη
βιολογική καλλιέργεια
Αναφορικά με τις λύσεις που θα μπορούσαν να προταθούν προκειμένου να προφυλαχτούν οι μελλοντικές σοδιές, ο κ. Βέμμος αναφέρει πως μια λύση είναι η στροφή προς τη βιολογική καλλιέργεια, η οποία βασίζεται κυρίως σε μεθόδους αναζωογόνησης του εδάφους του ελαιώνα, στην ανακύκλωση των υποπροϊόντων και άλλων διαθέσιμων οργανικών υλικών και στην αναπαραγωγή και προστασία του περιβάλλοντος.
Η βιολογική καλλιέργεια είναι η μέθοδος ελαιοπαραγωγής που στοχεύει στην παραγωγή μιας άριστης ποιότητας ελαιόλαδου, απαλλαγμένου από υπολείμματα αγροχημικών που βλάπτουν την υγεία και περιορίζει τη μόλυνση με αγροχημικά του εδάφους, του νερού και του αέρα. Συντελεί στη διατήρηση της ποικιλότητας πολύτιμων φυτών, ζώων και γενετικού υλικού.
Συνολικά 609.055 στρέμματα
ελιάς στη Λακωνία
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο νομός Λακωνίας είναι κατάφυτος από ελαιώνες, αφού μετρά συνολικά 609.055 στρέμματα, αριθμός που τον κατατάσσει στον τρίτο κατά σειρά νομό με τις μεγαλύτερες εκτάσεις ελιάς.
Οι ελιές που αντέχουν ακόμα στις καιρικές συνθήκες και καλλιεργούνται στη Λακωνία είναι η Αθηνολιά, η Ασπρολιά και η Κορωνέικη. Στον νομό υπάρχουν 13.000.000 ελαιόδεντρα και 16.000 οικογένειες που ασχολούνται με την καλλιέργεια του καρπού.




