Αυτό διαπίστωσα, φίλες και φίλοι μου, τώρα στο τέλος της ζωής μου, αφού στις 15/2/26, συμπλήρωσα τα 93 μου χρόνια και πλέον βαδίζω τα 94 μου χρόνια. Αυτό μου διαβεβαίωσε, άλλωστε και μια έρευνα που έγινε πρόσφατα για τους μετανάστες της Αυστραλίας από φτωχές περιοχές της Ελλάδος και άλλες χώρες των Βαλκανίων. Αυτοί έφυγαν απ’ τις χώρες τους τις δεκαετίες του ‘50 και ‘60 και εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία, όπου εργάστηκαν, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά. Αυτοί έζησαν την ζωή τους εκεί χωρίς προβλήματα υγείας μέχρι τα γεράματά τους, αλλά τα παιδιά τους παρουσίασαν τάσεις παχυσαρκίας και άλλα φαινόμενα υγείας, κατά την έρευνα που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου.
Έτσι κι εγώ που γεννήθηκα στην Τρύπη το 1933 σε αγροτική οικογένεια, από μικρός μπήκα στις περιπέτειες της οικογένειας. Από το 1941 είχαμε τις περιπέτειες της κατοχής και αργότερα του εμφυλίου. Παράλληλα, είχαμε τη φροντίδα του προς το ζην, στα ποτιστικά μας στο χωριό, στο αμπέλι μας σε δύσβατο μέρος και τα ελαιοπερίβολά μας μιαν ώρα κατηφόρα-ανηφόρα στο Λιοπάσι, με τα υποζύγιά μας πηγαίναμε. Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της κατοχής, μέναμε μακριά από τα σπίτια μας, δυο χιλιόμετρα περίπου, σε αυτοσχέδια καταφύγια ή σε σπηλιές της περιοχής.
Μια φορά, θυμάμαι ότι φύγαμε εσπευσμένα μακριά και φτάσαμε στα χωριά της Αλαγονίας. Κάναμε μια στάση στις σπηλιές Πετσάνες για διανυκτέρευση, όπου δοκιμάσαμε το βραστό χοιρινό που η μητέρα μας είχε προλάβει να βράσει στο σπίτι μας και το φάγαμε έτσι αχνιστό μέσα απ’ την κατσαρόλα. Ήτανε ό,τι πιο νόστιμο μέχρι τότε είχα δοκιμάσει στη ζωή μου. Ήτανε η κούραση, η πείνα και το κρύο του βουνού που μου έδινε αυτήν την αίσθηση. Ο πατέρας μας είχε προλάβει να σφάξει το γουρούνι και το μοίρασε στους χωριανούς φίλους μας κι εργάτες μας, όπως το λάδι και το στάρι μας. Υπήρχε ο φόβος ότι θα μας τα έπαιρναν οι Γερμανοί με τους ταγματασφαλίτες, που κατά καιρούς έκαναν επιδρομές στο χωριό μας. Τις κατσίκες τις πήραμε μαζί μας.
Ζούσαμε στην Αλαγονία με τα συσσίτια που μας χορηγούσε το ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ της περιοχής και το γάλα απ’ τις κατσίκες μας. Μείναμε εκεί μερικούς μήνες και ήλθε εντολή να φύγουμε νύχτα, γιατί έφταναν εκεί οι Γερμανοί από Καλαμάτα. Πήραμε δρόμους επιστροφής στα σπίτια μας μέσα από χιονισμένα μονοπάτια, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Περπατούσαμε να βρούμε καταλύματα για ξεκούραση και σε δύο ημέρες φτάσαμε στα σπίτια μας. Ακολούθησαν κι άλλες περιπέτειες, ώσπου κάποια στιγμή ήλθε η απελευθέρωση. Αναπνεύσαμε για λίγο. Ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά. Άλλες περιπέτειες. Στο χωριό μας ήλθε ο Πιπέρης, επικεφαλής στρατού. Άλλες διώξεις. Ώσπου, ένα πρωινό κτύπησαν οι καμπάνες. Στην Αγγλία βγήκε ο Άτλι πρωθυπουργός. Έφυγε ο Πιπέρης. Αναπνεύσαμε λίγο.
Μετά ήλθε άλλος στρατός, με Διμοιρίτη Ανθυπολοχαγό τον Μαρκομιχάλη, από τη Μάνη, και χωροφυλακή. Εγκαταστάθηκαν στην Κεντρική Εκκλησία. Πάνω απ’ την κάτω χώρα, όπου τα σπίτια μας και η περιουσία μας. Νομίσαμε ότι τέλειωσε το κακό του εμφυλίου και προσπαθούσαμε να συμμαζέψουμε ό,τι μέχρι τότε είχαμε χάσει. Ο στρατός έπαιρνε κι από εμάς προϊόντα αγροτικά για το φαγητό τους. Ο αξιωματικός ήθελε να παντρευτεί τη μεγάλη μας αδελφή, Ελένη, και θα ερχόταν να τη ζητήσει σε λίγες μέρες. Κάποιοι φαντάροι πήρανε τις κιθάρες τους, κάθισαν στο τουράκι της εκκλησίας που έβλεπε στα σπίτια της Κάτω Χώρας, όπου και τα δικά μας, και άρχισαν να τραγουδάνε καντάδες του Τσιτσάνη και άλλων τροβαδούρων της εποχής εκείνης. Ανοίξαμε διάπλατα τα μπαλκόνια και τα παράθυρα των σπιτιών μας και μικροί και μεγάλοι απολαμβάναμε τις μελωδίες τους εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, γιατί είμαστε μαθητές στη Σπάρτη, όπου και μέναμε. Κυρίως οι κοπέλες, που ήτανε αρκετά πολλές ακόμα στα σπίτια μας. Δεν είχε αρχίσει ακόμα η μετανάστευση. Εμείς μόνον είχαμε τρεις κοπέλες της παντρειάς στο χωριό της Τρύπης.
Οι αντάρτες όμως είχανε άλλα σχέδια, που εμείς δεν γνωρίζαμε. Τη δεκαετία του ’60, που ήμουνα υπάλληλος της ΕΤΕ, έμαθα στη Σπάρτη ότι ο Κανάρης, αντάρτης του 2ου ΕΛΛΑΣ, πήγε στο Γεωργίτσι κι έφερε στο χωριό μας ένα μουλάρι με όπλα. Την 24/3/47 που έγινε η μάχη της Τρύπης, χρειάστηκαν κι’ αυτά ν’ ακινητοποιήσουν οι αντάρτες τον στρατό και τους χωροφύλακες στην κεντρική εκκλησία. Τους πήρανε τα όπλα και τα ρούχα να τα χρησιμοποιήσουν στο δεύτερο αντάρτικο που ετοίμαζαν. Θύμα ήτανε μόνο ο αξιωματικός Μαρκομιχάλης. Έτρεξε η μητέρα μας να τον βοηθήσει, τραυματίας όπως ήτανε, και του έδεσε τα τραύματα, αλλά φεύγοντας άκουσε δύο πυροβολισμούς. Λέγεται ότι τον σκότωσε ο Κανάρης, πρώην σύζυγος της Ελένης μας. Αυτό ήτανε το μεγάλο σφάλμα του αφέντη πατέρα μας, να παντρέψει την Ελένη, 16-17 χρονών, με άντρα που δεν ήθελε και δεν ταίριαζαν τα γούστα τους και χωρίσανε.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εμείς είχαμε κι άλλες περιπέτειες. Η μητέρα μας πέρασε από το στρατοδικείο της Τρίπολης. Ευτυχώς, βρέθηκε ο δικηγόρος Τουρκοβασίλης. Μας παρεχώρησε τη βίλα του, οδός Καλαμών. Ανέλαβε τη δίκη της μητέρας μας. Ο πατέρας μας, η Ελένη, η Ευτυχία, ο Ηλίας κι εγώ μέναμε εκεί ένα διάστημα, για ασφάλεια. Στο χωριό έμενε η γιαγιά μόνη της, με σπασμένο χέρι. Λεηλασίες για δεύτερη φορά, δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Ευτυχώς απαλλάγηκε η μητέρα, ο Ηλίας πέτυχε στην Πάντειο, εγώ τελείωσα το Γυμνάσιο. Τα κορίτσια παντρεύτηκαν τη δεκαετία του ‘50, ο Ηλίας κι εγώ διοριστήκαμε. Αυτά είναι τα επιτεύγματα της Ειρήνης. Ποτέ λοιπόν άλλον πόλεμο για τη χώρα μας.
Όσο ζούσαν οι γονείς μας τους βοηθούσαμε και στα αγροτικά. Όταν έφυγαν απ’ τη ζωή, τη δεκαετία του 1970, εγώ κληρονόμησα και τη Λάκκα στην Κάτω Χώρα της Τρύπης, 8,5 στρέμματα. Είχα κι αυτή τη φροντίδα. Είχα και τον πεθερό μου, Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, που είχε το κτήμα στα προσφυγικά της Σπάρτης, 8 στρέμματα περίπου. Πηγαίναμε με τον πεθερό μου με τα πόδια, τις ελεύθερες ώρες μου, για διάφορες δουλειές. Ήτανε κι αυτόν μια άσκηση που συνετέλεσε στην παράταση της ζωής μας. Σήμερα, είναι στο χώρο αυτόν ο Άγιος Βασίλειος και το νηπιαγωγείο που λειτουργούν. Εντός της άνοιξης αποπερατώνεται και το νέο κτήριο των σχολών της ΙΜΜΣ και χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Θα στεγάσει τις Σχολές Βυζαντινής Μουσικής και Αγιογραφίας. Όλα αυτά θ’ αποτελέσουν φιλέτο της ΙΜΜΣ, με τα τόσα ιδρύματα που θα έχουν στεγαστεί όταν ολοκληρωθούν οι εργασίες. Ο χώρος αυτός, σαν κτήμα, αποτέλεσε ως χώρος άσκησης και απασχόλησης αρκετά χρόνια για τον πεθερό μου κι εμένα και συνετέλεσε στη μακροζωία μας.
Τώρα μου έχει μείνει μόνο το προικώο ελαιοπερίβολο στον Καραβά, όπου ακόμη πηγαίνω για μερικές ώρες, εργάζομαι, κουράζομαι και παίρνω παράταση στη ζωή μου και εύχομαι να ‘ναι ακόμα μακρύς ο χρόνος στο πηγαιμό για την Ιθάκη, γιατί η ζωή είναι ωραία ακόμη, όσα βάσανα και να ‘χει.




