Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*
Η ομόφωνη ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την UNESCO, με την υποστήριξη 90 κρατών-μελών, αποτελεί εξέλιξη μεγάλης εθνικής σημασίας.
Παρ’ όλα αυτά, ο δημόσιος διάλογος περιορίστηκε κυρίως στη συμβολή της γλώσσας στην επιστήμη, τον πολιτισμό και τον απόδημο ελληνισμό, χωρίς να αναδειχθούν οι γεωπολιτικές και στρατηγικές της διαστάσεις.
Για του λόγου το αληθές, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκου Ανδρουλάκη, της Υπουργού Παιδείας κας Ζαχαράκη και οι ανακοινώσεις του ΥΠΕΞ και ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω ισχυρισμό.
Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ιστορική αυτή απόφαση, προσφέρει στην Ελλάδα τη στρατηγική ευκαιρία να αξιοποιήσει την ελληνική γλώσσα ως συντελεστή ήπιας ισχύος και μέσο άσκησης διεθνούς επιρροής για την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης.
Υπό αυτή την οπτική, η ελληνική γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ήπιας ισχύος, η οποία, όπως επισημαίνει ο Joseph Nye συνίσταται στην ικανότητα ενός κράτους να «παίρνει αυτό που θέλει μέσω της ελκυστικότητάς του, παρά μέσω καταναγκασμού ή πληρωμών και υλικών ανταλλαγμάτων».
Η ήπια ισχύς απορρέει από την ελκυστικότητα του πολιτισμού, των πολιτικών αξιών και της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι οι στόχοι του θεωρούνται νομιμοποιημένοι από τα διεθνή ακροατήρια.
Πρόκειται για έναν έμμεσο τρόπο άσκησης επιρροής, που επιτρέπει τη διαμόρφωση προτιμήσεων και συμπεριφορών χωρίς καταναγκασμό.
Με βασικές πηγές την κουλτούρα, τις αξίες και την εξωτερική πολιτική, η ήπια ισχύς μπορεί να ενισχυθεί ουσιαστικά μέσω της ελληνικής γλώσσας, η οποία λειτουργεί ως μέσο δημόσιας διπλωματίας και συμβάλει στην ενίσχυσης της διεθνούς νομιμοποίησης και προώθησης των εθνικών συμφερόντων.
Ενδεικτικό της δυναμικής που μπορεί να αποκτήσει μια γλώσσα ως συντελεστής ήπιας ισχύος και μέσο δημόσιας διπλωματίας αποτελεί το παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής και διπλωματικής διείσδυσης, ενισχύοντας τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση.
Συγκεκριμένα, η Τουρκία αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο ήπιας ισχύος μέσω του δημόσιου Ινστιτούτου Yunus Emre, το οποίο ιδρύθηκε το 2007 με σκοπό την προώθηση της τουρκικής γλώσσας, του πολιτισμού, της ιστορίας και της τέχνης σε διεθνή ακροατήρια.
Το Ινστιτούτο οργανώνει μαθήματα γλώσσας, πολιτιστικές δράσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και συνέδρια σε πάνω από 50 χώρες, παρέχοντας ταυτόχρονα υποτροφίες και υποστήριξη σε Τουρκολόγους και ακαδημαϊκούς.
Μέσω αυτών, η Τουρκία ενισχύει τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση, καλλιεργεί θετικές αντιλήψεις και οικοδομεί μακροχρόνιες σχέσεις με στοχευμένα ακροατήρια.
Η πολιτιστική διπλωματία και η διάδοση της τουρκικής γλώσσας λειτουργούν ως μέσα διαμόρφωσης αξιών και ταυτοτήτων, επιτρέποντας στην Άγκυρα να προβάλει την ισχύ της χωρίς καταναγκασμό.
Αντίστοιχα, χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα αξιοποιούν τη γλώσσα τους ως εργαλείο ήπιας ισχύος, διαμορφώνοντας αφηγήσεις, πρότυπα και συμπεριφορές που ενισχύουν τη γεωπολιτική τους θέση.
Συγκεκριμένα, η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα αξιοποιούν αντίστοιχα τα Βρετανικά Συμβούλια, τα Γαλλικά Ινστιτούτα, τα Ινστιτούτα Γκαίτε και τα Ινστιτούτα Κομφούκιος, για να προωθήσουν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τις αξίες τους διεθνώς.
Μέσω αυτών των δικτύων, οι χώρες αυτές ενισχύουν την ήπια ισχύ τους, επηρεάζουν θετικά τη διεθνή αντίληψη για τον πολιτισμό τους, και οικοδομούν μακροχρόνιες σχέσεις με επιλεγμένα διεθνή ακροατήρια.
Συνοψίζοντας, η γλώσσα σε όλες τις εν λόγω περιπτώσεις λειτουργεί ως κρίσιμο εργαλείο δημόσιας διπλωματίας, ενισχύοντας τη διεθνή επιρροή και τη νομιμοποίηση των κρατών αυτών.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, η ελληνική γλώσσα με τη διαχρονική της πολιτισμική ακτινοβολία και την ιστορική της συνέχεια μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό εργαλείο ήπιας ισχύος, ενισχύοντας την εικόνα, το κύρος και τη διεθνή επιρροή της Ελλάδας.
Συγκεκριμένα, η αναγνώρισή της από την UNESCO προσφέρει ένα ισχυρό θεσμικό αφήγημα που επιβεβαιώνει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση της παγκόσμιας σκέψης.
Η διακήρυξη παρουσιάζει την ελληνική γλώσσα ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας διανόησης, κεντρική στην επιστημονική ορολογία, στη δημοκρατία, στον ανθρωπισμό και ως φορέα ιστορίας 3.500 ετών.
Αυτή η διεθνής νομιμοποίηση την καθιστά έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής ήπιας ισχύος και το σημαντικότερο «Soft Power Brand» της χώρας.
Απαιτείται επομένως, μια συνεκτική και ολιστική στρατηγική δημόσιας διπλωματίας (πολιτισμός, εκπαίδευση, διασπορά), ώστε η Ελλάδα να αξιοποιήσει το γλωσσικό της κεφάλαιο ως πολλαπλασιαστή επιρροής και ως εργαλείο προώθησης των εθνικών της συμφερόντων σε κρίσιμα διεθνή ακροατήρια.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία διεθνών Ινστιτούτων γλώσσας και πολιτισμού (Βρετανικό Συμβούλιο, Γαλλικό Ινστιτούτο κ.ά.) μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τη δημιουργία ενός διεθνούς δικτύου ελληνικών ινστιτούτων που θα συνδυάζουν διδασκαλία, πολιτισμό, διασπορά και ψηφιακή προβολή.
Παρότι η Ελλάδα διαθέτει φορείς όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, πανεπιστημιακά κέντρα και δράσεις του ΥΠΕΞ, δεν υπάρχει ένας ενιαίος οργανισμός με διεθνές αποτύπωμα ούτε μια συνεκτική στρατηγική δημόσιας διπλωματίας που να ενώνει διδασκαλία, πολιτιστικές δράσεις και δικτύωση.
Γι’ αυτό, απαιτείται θεσμική ενοποίηση και καλύτερος συντονισμός των υφιστάμενων πρωτοβουλιών, ώστε η Ελλάδα να εκφράζεται διεθνώς με μια ενιαία και αποτελεσματική φωνή.
Για την κάλυψη του εν λόγω κενού, η δημιουργία ενός ελληνικού Ινστιτούτου Γλώσσας και Πολιτισμού διεθνούς εμβέλειας θα λειτουργήσει ως στρατηγικός μηχανισμός προβολής της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού, με τους εξής στόχους:
- Ίδρυση διεθνούς δικτύου παραρτημάτων: Δημιουργία Ινστιτούτων και πολιτιστικών κέντρων σε κρίσιμες γεωπολιτικά και πολιτιστικά χώρες, αξιοποιώντας τη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας από την UNESCO. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δημιουργία Ινστιτούτων στις 90 χώρες που υποστήριξαν την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.
- Προώθηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας: Ανάπτυξη και διεθνής διάδοση προγραμμάτων ελληνικής γλώσσας σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, με ειδικά προγράμματα για πανεπιστημιακούς, ερευνητές και επαγγελματίες. Ενίσχυση της πιστοποίησης ελληνομάθειας και στήριξη των διδασκόντων και των φορέων του εξωτερικού. Παράλληλα, παραγωγή σύγχρονου εκπαιδευτικού υλικού, ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών, e-Learning και δημιουργία περιεχομένου για τα κοινωνικά δίκτυα που προβάλλει τη γλώσσα και τον πολιτισμό.
- Συνεργασία με διεθνείς φορείς και ανάπτυξη δικτύων: Ανάπτυξη συνεργασιών με πανεπιστήμια, think tanks, πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς φορείς, καθώς και θεσμούς όπως τα UNESCO Chairs, για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, την παραγωγή εκπαιδευτικού και πολιτιστικού υλικού, και προγράμματα ανταλλαγών και κινητικότητας (residencies). Η ένταξη σε διεθνή δίκτυα ενισχύει κοινές δράσεις, προωθεί τον ελληνικό πολιτισμό και ενισχύει τη διεθνή εικόνα και την ήπια ισχύ της Ελλάδας.
Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου απαιτεί μετρήσιμους δείκτες (KPIs), όπως ο αριθμός μαθητών ελληνικών στο εξωτερικό, οι συνεργασίες με πανεπιστήμια και φορείς, η επισκεψιμότητα ψηφιακού περιεχομένου, η απήχηση καμπανιών, οι συμμετοχές σε προγράμματα κινητικότητας και η αύξηση θετικών αφηγήσεων για την Ελλάδα στα διεθνή ΜΜΕ, έτσι ώστε η ήπια ισχύς να αποτιμάται ως πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος και να μετατρέπεται σε μετρήσιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να εκπονήσει και υλοποιήσει εθνικές πρωτοβουλίες δημόσιας διπλωματίας, οι οποίες θα ενισχύσουν τη διεθνή εικόνα της χώρας και θα συνδέουν την πολιτιστική διπλωματία με τη συνολική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, απαιτείται:
- Εκπόνηση και υλοποίηση ολιστικής στρατηγικής δημόσιας διπλωματίας: Στρατηγική που θα συνδυάζει τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, τον απόδημο ελληνισμό και τα ψηφιακά μέσα, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη προβολή και παρουσίαση της Ελλάδας, με στόχο την ενίσχυση της διεθνούς εικόνας, της αξιοπιστίας και επιρροής της χώρας σε κρίσιμα διεθνή ακροατήρια.
- Εκπόνηση και υλοποίηση διεθνούς εκστρατείας Στρατηγικής Επικοινωνίας: Εκστρατεία που θα διασφαλίζει την αποστολή του σωστού μηνύματος, μέσω των πλέον κατάλληλων διαύλων επικοινωνίας, στο κατάλληλο ακροατήριο, τη σωστή χρονική στιγμή και με τη μέγιστη δυνατή επίδραση.
Συνοψίζοντας, η γλώσσα δεν είναι απλά ένα μέσο επικοινωνίας και μετάδοσης γνώσης, αλλά εργαλείο διαμόρφωσης ταυτοτήτων, κοινωνικών σχέσεων, συλλογικών αξιών και εθνικών ταυτοτήτων.
Αποτελεί φορέα πολιτισμού και διαμορφώνει τον τρόπο που ερμηνεύουμε τον κόσμο και συγκροτούμε κοινωνικές σχέσεις.
Όπως επισημαίνει ο Norman Fairclough, η γλώσσα είναι μέσο άσκησης εξουσίας και νομιμοποίησης κοινωνικών και πολιτικών αξιών, ενώ λειτουργεί ως εργαλείο κατασκευής νοήματος, δημιουργίας ταυτοτήτων και διαμόρφωσης αφηγήσεων με επιρροή στις στρατηγικές πολιτικές, την ήπια ισχύ και τη διεθνή εικόνα ενός κράτους.
Υπό αυτή την οπτική, η ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την UNESCO δεν αποτελεί απλά ένα τρόπαιο, αλλά εργαλείο στρατηγικής σημασίας.
Η ελληνική γλώσσα δύναται να συνδέσει άτομα διαφορετικών πολιτισμών με τον ελληνικό πολιτισμό, επιτρέποντας βιωματική συμμετοχή στις πνευματικές, ηθικές και πολιτιστικές αξίες του διασφαλίζοντας παράλληλα, τη διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων που τον συγκροτούν.
Σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού αφηγήσεων, πρέπει να αξιοποιηθεί στρατηγικά ως πηγή νοήματος και αξιών, ενισχύοντας την εικόνα, την αξιοπιστία και την επιρροή της χώρας διεθνώς.
Εν κατακλείδι, μέσω μιας ολιστικής πολιτικής δημόσιας διπλωματίας και στρατηγικής επικοινωνίας, η ελληνική γλώσσα μπορεί να μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή ισχύος και πυλώνα εθνικής ισχύος, ικανό να ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα.
*Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος.




