Με το θάρρος της γνώμης: Μια κουβέντα στο πεζοδρόμιο για το φως που σβήνει όταν σωπαίνουμε

«Όταν η αποδοχή γίνεται συνήθεια, το σκοτάδι γίνεται καθεστώς»

Τετάρτη, 21 Ιανουάριος 2026 13:33 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Με το θάρρος της γνώμης: Μια κουβέντα στο πεζοδρόμιο για το φως που σβήνει όταν σωπαίνουμε

Του Βασίλη Λαδά

«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε όλοι εμείς για να ανάψει η πυρκαγιά, πώς θέλεις να γεννηθεί το φως; Πώς θέλεις να φύγει η σκοτεινιά; Πώς θέλεις να λάμψει η νύχτα;» Αυτή η φράση δεν είναι τυχαία. Προέρχεται από το τραγούδι «Κερέμ», γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, και έγινε ευρύτερα γνωστή στο ελληνικό κοινό μέσα από την ερμηνεία της Μαρία Φαραντούρη. Δεν μιλά για φωτιά καταστροφής. Μιλά για τη φωτιά της ευθύνης, της συμμετοχής, της στάσης ζωής.

Η φράση αυτή στάθηκε η αφορμή για όλο το κείμενο. Επανήλθε στη μνήμη μέσα σε μια απλή συζήτηση στον δρόμο, στο πεζοδρόμιο, με τον φίλο μου τον Γιώργο Μανώκα. Μια κουβέντα καθημερινή, ανθρώπινη, χωρίς στόμφο. Από εκείνες που δεν μοιάζουν σημαντικές τη στιγμή που γίνονται, αλλά μένουν και δουλεύουν μέσα σου.

Εκεί γεννήθηκε και η έννοια της «περιφωτιάς». Περιφωτιά δεν είναι η φλόγα που καίει απότομα και καταστρέφει. Είναι η φωτιά που απλώνεται κυκλικά, αργά, σχεδόν αθόρυβα. Σε περικυκλώνει χωρίς να το καταλάβεις. Δεν σε χτυπά κατά μέτωπο. Σου κόβει τις διεξόδους. Είναι η κατάσταση όπου το σκοτάδι δεν επιβάλλεται με βία, αλλά εδραιώνεται επειδή όλοι κάνουν ένα μικρό βήμα πίσω.

Η περιφωτιά γεννιέται όταν λέμε «ας περάσει κι αυτό». Όταν σωπαίνουμε μπροστά στο άδικο. Όταν δεχόμαστε κάτι λίγο χειρότερο από χθες, πιστεύοντας πως δεν μας αφορά. Έτσι, χωρίς φωνές και χωρίς σύγκρουση, το σκοτάδι αποκτά χώρο. Δεν χρειάζεται να επιτεθεί. Αρκεί να μην αντισταθεί κανείς.

Γι’ αυτό η φράση του τραγουδιού είναι τόσο απαιτητική. Δεν ζητά λόγια. Ζητά κόστος. Το «να καώ» δεν σημαίνει να χαθώ. Σημαίνει ν’ αναλάβω ευθύνη. Να πληρώσω το τίμημα της στάσης μου. Να μη μείνω θεατής. Το φως δεν χαρίζεται. Γεννιέται μόνο όταν κάποιος αποφασίζει να σταθεί.

Το «αν δεχτώ εγώ, αν δεχτείς εσύ» είναι ο πιο εύκολος δρόμος. Και ο πιο επικίνδυνος. Γιατί τότε η περιφωτιά κλείνει τον κύκλο της. Και τα σκοτάδια μοιάζουν να λάμπουν, όχι επειδή έχουν δύναμη, αλλά επειδή εμείς σβήσαμε το φως.

Κι όμως, αρκεί ένας άνθρωπος. Μια άρνηση. Μια μικρή φωτιά συνείδησης. Το φως δεν έρχεται από τους πολλούς που συμφωνούν, αλλά από εκείνους που τολμούν να καούν χωρίς να χαθούν.

Γι’ αυτό αυτή η φράση δεν είναι απλώς στίχος. Είναι ερώτηση. Προς εμένα, προς εσένα, προς όλους μας. Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, ποιος περιμένουμε να ανάψει το φως; Το φως δεν σβήνει απότομα. Σβήνει λίγο λίγο, κάθε φορά που δεχόμαστε. Το σκοτάδι δεν έρχεται μόνο του. Το αφήνουμε να μπει.

Αυτό το κείμενο δεν μένει στη θεωρία. Αγγίζει μια πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουμε και πολλοί αποφεύγουμε να ονομάσουμε. Την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Σπάρτη.

Υπάρχει μια σιωπηλή αδράνεια στην πόλη. Μια κόπωση. Μια συνήθεια στο λίγο, στο πρόχειρο, στο «δεν πειράζει». Το σκοτάδι εδώ δεν ήρθε απότομα. Δεν επιβλήθηκε με σύγκρουση. Απλώθηκε όπως η περιφωτιά. Αργά. Κυκλικά. Με μικρές υποχωρήσεις. Με αποδοχές. Με σιωπές.

Όταν μια πόλη συνηθίζει να μην αντιδρά. Όταν οι ίδιοι χώροι μένουν εγκαταλελειμμένοι. Όταν τα προβλήματα επαναλαμβάνονται και όλοι λένε «έτσι ήταν πάντα». Όταν η μετριότητα βαφτίζεται κανονικότητα, τότε η περιφωτιά έχει ήδη κλείσει τον κύκλο της. Δεν χρειάζεται εχθρούς. Της αρκεί η αδιαφορία.

Στη Σπάρτη το σκοτάδι δεν είναι μόνο έλλειψη φωτισμού. Είναι έλλειψη φροντίδας. Έλλειψη οράματος. Έλλειψη διάθεσης να καεί κανείς λίγο για να αλλάξει κάτι. Όλοι περιμένουν κάποιον άλλον. Τον δήμο. Το κράτος. Την επόμενη διοίκηση. Και όσο περιμένουμε, το σκοτάδι ριζώνει.

Εδώ αποκτά βάρος η φράση του τραγουδιού. Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε όλοι, δεν θα ανάψει καμία φωτιά που να διώξει τη σκοτεινιά. Γιατί το φως στις πόλεις δεν έρχεται με αποφάσεις μόνο. Έρχεται με στάση. Με πίεση. Με παρουσία. Με ανθρώπους που δεν βολεύονται.

Η περιφωτιά της αδράνειας είναι πιο επικίνδυνη από τη σύγκρουση. Γιατί δεν φαίνεται. Δεν προκαλεί. Σε νανουρίζει. Και μια πόλη που νανουρίζεται, ξεχνά ποια είναι. Ξεχνά τι μπορεί να γίνει.

Αυτό το κείμενο δεν γράφεται για να κατηγορήσει. Γράφεται για να θυμίσει ότι η Σπάρτη δεν έχει ανάγκη από άλλα λόγια. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που θα ανάψουν μικρές φωτιές συνείδησης, που θα καούν λίγο, χωρίς να χαθούν, για να υπάρξει φως. Γιατί αν συνεχίσουμε να δεχόμαστε, αν συνεχίσουμε να σωπαίνουμε, τότε δεν φταίει το σκοτάδι που μένει. Φταίμε εμείς που δεν θελήσαμε να το διώξουμε

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση