Η Ελλάδα σε ένα κόσμο που κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού

Τρίτη, 20 Ιανουάριος 2026 15:41 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Ελλάδα σε ένα κόσμο που κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*

Τα πρόσφατα γεγονότα, από τη Βενεζουέλα και τη συζήτηση περί Γροιλανδίας έως την Ουκρανία, το Ιράν και τη Μέση Ανατολή, δεν αποτελούν μεμονωμένες κρίσεις, αλλά εκφάνσεις μιας βαθύτερης συστημικής μετάβασης, όπου οι διεθνείς κανόνες υποχωρούν έναντι των γεωπολιτικών συμφερόντων των ισχυρών.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι επιλογές της αμερικανικής διοίκησης, παρά την κριτική προς τον Πρόεδρο Τραμπ, εντάσσονται σε μια συνειδητή αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, όπως αποτυπώνεται στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας καταδεικνύει ότι, όταν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα, η Ουάσιγκτον εφαρμόζει στην πράξη τη λογική των σφαιρών επιρροής, θέτοντας το Διεθνές Δίκαιο σε δευτερεύον ρόλο έναντι των απαιτήσεων ισχύος και ασφάλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα.

Η απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα απαιτεί νηφάλια στρατηγική ανάλυση, σαφή αποτύπωση της διεθνούς θέσης της χώρας και προσδιορισμό του ρόλου που οφείλει να διαδραματίσει η Ελλάδα σ’ ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο το δίκαιο του ισχυρού.

Προϋπόθεση αποτελεί η εθνική συναίνεση και η αποσύνδεση της εξωτερικής πολιτικής από τον λαϊκισμό και τις μικροκομματικές σκοπιμότητες, όπως ανέδειξε και η δημόσια αντιπαράθεση για τη Βενεζουέλα.

Δυστυχώς, παρά την προσπάθεια προσαρμογής της εθνικής στρατηγικής, ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, η αντιπολίτευση επέλεξε την πολιτική εκμετάλλευση της δήλωσης του Πρωθυπουργού περί στήριξης της αμερικανικής στρατηγικής.

Μια στάση που μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, αλλά υπονομεύει τη στρατηγική αξιοπιστία της χώρας και πλήττει τα εθνικά της συμφέροντα.

Στη λογική της κομματικής αντιπαράθεσης αγνοήθηκε ότι η δήλωση του Πρωθυπουργού υπηρετεί την εθνική στρατηγική, ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους συμμάχους και προάγει τα ελληνικά συμφέροντα, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή σταθερότητα.

Παράλληλα, παραβλέπεται ότι η χώρα οφείλει να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε στρατηγικό πλεονέκτημα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού.

Η Βενεζουέλα δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής ή ως ακόμη μία κρίση στη Λατινική Αμερική. Η Βενεζουέλα συνιστά σήμερα εστία αποσταθεροποίησης στο Δυτικό Ημισφαίριο, με ένα καθεστώς που κατηγορείται για εκλογική νοθεία, συστηματική καταστολή και διασύνδεση με το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία. Σε αυτό το περιβάλλον, το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι απουσίας στρατηγικής.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι η αφηρημένη επίκλησή του, αλλά η στρατηγική της τοποθέτηση σε έναν κόσμο όπου η ισχύς και οι σφαίρες επιρροής επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο.

Πώς μπορεί η αντιπολίτευση να κατηγορεί τον Πρωθυπουργό για επιλεκτική επίκληση του Διεθνούς Δικαίου στη Βενεζουέλα, όταν τον επικρίνει και για την επίκλησή του στην καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τη στήριξη του Κιέβου; Πρόκειται για τις ίδιες δυνάμεις που ζητούσαν ουδετερότητα έναντι της Ρωσίας, την ώρα που καταγγέλλουν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πότε επικαλείται κανείς το Διεθνές Δίκαιο, αλλά πότε η προσαρμογή της εθνικής στρατηγικής στη διεθνή πραγματικότητα βαπτίζεται «υποχώρηση αξιών».

Ιδιαίτερα προβληματική καθίσταται επίσης, η σύγκλιση αυτής της κριτικής με αφηγήματα αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων, θέτοντας ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας σε περιοχές άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος.

Η Βενεζουέλα δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις περιφερειακές της διασυνδέσεις και τη συνεργασία του καθεστώτος Μαδούρο με την Τουρκία.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο ελληνικό συμφέρον εξυπηρετεί μια ρητορική που ευνοεί έναν γεωπολιτικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και η Άγκυρα;

Το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίκληση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η απουσία στρατηγικής επίγνωσης των πραγματικών συσχετισμών ισχύος και των συνεπειών που αυτοί παράγουν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Η ελληνική στάση δεν νομιμοποιεί μονομερείς ενέργειες, αλλά αναγνωρίζει ότι, στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, οι ισχυρές συμμαχίες αποτελούν προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και πολλαπλασιαστή ισχύος.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να υποκαθιστά τη στρατηγική, αλλά οφείλει να εντάσσεται σε μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική που συνδυάζει αρχές και συσχετισμό δυνάμεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ ενισχύει τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά συνειδητή πράξη προάσπισης του εθνικού συμφέροντος.

Η Ελλάδα έχει ήδη αναλάβει ουσιαστικό βάρος ασφάλειας, μέσω αυξημένων αμυντικών δαπανών και ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με συμμάχους, αξιοποιώντας την αμερικανική στρατηγική ως οδικό χάρτη για περαιτέρω ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος.  Σ’ έναν κόσμο λιγότερο θεσμικό και πιο ανταγωνιστικό, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι η ηθική αποτίμηση των εξελίξεων, αλλά η έγκαιρη στρατηγική προσαρμογή. Το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της δράσης.

Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση