του Ηλία Παναγιωτακάκου
Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν έρχεται απλώς να αφηγηθεί ένα ιστορικό γεγονός. Έρχεται να ταράξει μια βολική ισορροπία σιωπής. Να μας υπενθυμίσει ότι ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά σε ένα παρόν που εξακολουθεί να κουβαλά τα ίδια άλυτα ερωτήματα.
Ο Καποδίστριας κλήθηκε από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) ν’ αναλάβει τη διακυβέρνηση μιας μικρής σε σύνορα χώρας, ελεύθερης αλλά ακυβέρνητης. Η Επανάσταση είχε νικήσει στρατιωτικά, αλλά η κοινωνία παρέμενε δέσμια δομών εξουσίας που είχαν διαμορφωθεί πριν και κατά την Τουρκοκρατία. Προεστοί, κοτζαμπάσηδες και τοπικές ελίτ είχαν μάθει να ασκούν εξουσία χωρίς θεσμούς, χωρίς έλεγχο, χωρίς λογοδοσία. Αυτό το σύστημα δεν ανατράπηκε με την ανεξαρτησία, απλώς άλλαξε πλαίσιο.
Εκεί ακριβώς συγκρούστηκε ο Καποδίστριας μετωπικά με την πραγματικότητα. Δεν ήρθε για να μοιράσει εξουσία, αλλά για να τη θεσμοθετήσει. Δεν ήρθε για να ικανοποιήσει ισορροπίες, αλλά για να οικοδομήσει κράτος. Και αυτό αποδείχθηκε ασυγχώρητο.
Δύο ζητήματα, εκτός των άλλων, στάθηκαν καταλυτικά και προκάλεσαν λυσσαλέα αντίδραση. Το πρώτο ήταν η δίκαιη φορολόγηση. Η απόπειρα να καταργηθεί η αυθαίρετη είσπραξη φόρων και να περάσει η φορολογία στον έλεγχο του κράτους σήμαινε απώλεια ισχύος για όσους μέχρι τότε λειτουργούσαν ως τοπικοί άρχοντες. Η ισονομία δεν απειλούσε μόνο εισοδήματα, απειλούσε εξουσίες.
Το δεύτερο ήταν η χωροταξία και η διανομή των εθνικών γαιών. Οι γαίες αυτές, αντί να μετατραπούν σε νέα τσιφλίκια, σχεδιάστηκε να αποτελέσουν βάση κοινωνικής αποκατάστασης: για τους ακτήμονες, τους αγωνιστές, τους φτωχούς. Ήταν μια ριζοσπαστική επιλογή κοινωνικής συγκρότησης. Για τις ελίτ της εποχής, ισοδυναμούσε με ανατροπή της κοινωνικής πυραμίδας.
Η δολοφονία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, το 1831, δεν μπορεί να ιδωθεί ως μόνο ως προσωπική βεντέτα ή στιγμιαίο ξέσπασμα. Ήταν πολιτική πράξη, κορύφωση μιας βαθιάς σύγκρουσης για το ποιος θα ελέγχει το κράτος: το δημόσιο συμφέρον ή τα ιδιωτικά προνόμια. Με τον θάνατό του διακόπηκε βίαια μια απόπειρα κρατικής συνέχειας που δεν πρόλαβε να ριζώσει.
Η ταινία του Σμαραγδή δεν επιδιώκει ν’ αγιοποιήσει τον Καποδίστρια. Αναδεικνύει τη μοναξιά του, τη σκληρότητα των αποφάσεών του, το βάρος της ευθύνης. Κυρίως όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους μ’ ένα δυσάρεστο ερώτημα: τι κάνουμε, δύο αιώνες μετά, με αυτή την Ιστορία;
Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα εθνικά μας τραύματα παραμένουν ανοιχτά. Είναι ότι την Ιστορία δεν τη μελετούμε για να τα επουλώσουμε. Την εργαλειοποιούμε. Την προσαρμόζουμε στις ανάγκες του παρόντος, αποσιωπώντας ό,τι ενοχλεί και αναδεικνύοντας ό,τι βολεύει. Έτσι, η Ιστορία παύει να είναι χώρος αυτογνωσίας και μετατρέπεται σε άλλοθι.
Ο Καποδίστριας παραμένει ενοχλητικός όχι γιατί ανήκει στο παρελθόν, αλλά γιατί φωτίζει τη διαχρονική μας δυσκολία ν’ αποδεχτούμε το κράτος ως κοινό κανόνα και όχι ως λάφυρο. Κάθε φορά που συζητούμε για φορολογική δικαιοσύνη, για αναδιανομή, για θεσμούς που περιορίζουν την αυθαιρεσία, το φάντασμά του επιστρέφει.
Όσο κι αν επιχειρείται σήμερα μια «ουδέτερη» ή απονευρωμένη ανάγνωση της περιόδου, οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες της εποχής δεν ήταν απλοί θεατές της Ιστορίας. Ήταν μια κατεστημένη τάξη εξουσίας, βαθιά δεμένη με τα προνόμια της οθωμανικής διοίκησης, που έβλεπε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος όχι ως κοινό σπίτι αλλά ως απειλή.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη αξία αυτής της ταινίας να μην είναι ιστορική, αλλά πολιτική και ηθική. Μας καλεί να δούμε την Ιστορία όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης, αλλά ως ευθύνη. Γιατί μόνο όταν πάψουμε να τη χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν, μπορεί να γίνει αυτό που πραγματικά χρειάζεται η χώρα: εργαλείο ωριμότητας και όχι διχασμού.
Σήμερα, βλέποντας την ταινία, δεν πενθούμε μόνο τον Καποδίστρια. Πενθούμε τη χαμένη ευκαιρία μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Πενθούμε την αδυναμία μας ν’ αντέξουμε ηγεσίες που ζητούν θυσίες πριν μοιράσουν οφέλη. Γι’ αυτό ο Καποδίστριας παραμένει ανοιχτή πληγή: γιατί μας καθρεφτίζει.




