Ελευθερία και κάλλος

Πέμπτη, 31 Ιούλιος 2025 15:52 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ελευθερία και κάλλος

Τον έβλεπα που στεκόταν ακίνητος, σαν ένα από τα αγάλματά του. Τα μάτια του είχαν στυλωθεί πάνω τους κι έψαχναν την παραμικρή λεπτομέρεια στα πρόσωπα, στο ιδιαίτερο χτένισμα, στα απλά ρούχα που έπεφταν χυτά στο κορμί τους και αναδείκνυαν τις υπέροχες καμπύλες και στην περήφανη κι αγέρωχη κορμοστασιά τους, που δεν είχε τίποτα το εχθρικό, δεν σε απόδιωχνε, αλλά σ’ έκανε να τις ποθήσεις.

Πέντε λυγερόκορμες κόρες, γύρω στα είκοσι, περνούσαν με αργό βηματισμό από μπροστά μας, συμμετέχοντας στο κύριο μέρος της τελετής, βαδίζοντας τελετουργικά προς τον ναό της Αθηνάς. Φορούσαν απλά φορέματα που γίνονταν ένα με το κορμί τους, έτσι που όταν τις έβλεπες από μακριά, νόμιζες πως είναι γυμνές.  

Δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από το κάνιστρο που είχαν πάνω στο κεφάλι τους. Έδενε υπέροχα με το υπόλοιπο σύνολο και γινόταν ένα μαζί του, αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού τους. Δεν είχα τολμήσει να ξεστομίσω κάτι, σεβόμουν την έκστασή του. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είχαμε κάνει τούτο το κουραστικό ταξίδι, όσο να φτάσουμε στις παρυφές του Πάρνωνα, στις Καρυές;

Τα μάτια του είχαν κολλήσει πάνω τους, αμφιβάλλω αν είδε τα μικρά παιδιά με τους άσπρους χιτώνες κι εσθήτες που έραιναν τον κόσμο με αγριολούλουδα, ούτε τους ιερείς με κλαδιά δρυός που ακολουθούσαν, ούτε τους νέους με καρύδια, αμύγδαλα και στάχυα στα χέρια, ούτε τους στρατιώτες με κλάδους ελαίας, ούτε τις ηλικιωμένες γυναίκες με κλαδιά δάφνης, έτοιμα να καούν στον ιερό τρίποδα

Τότε τον άκουσα να μονολογεί: «Εξαίρετες κόρες των Καρυών, Καρυάτιδες, ζωντανά αγάλματα, πανέμορφοι δωρικοί κίονες με τα κιονόκρανά σας…». Τον διέκοψα λίγο άγαρμπα: «Φαίνεται πως η έμπνευση σού χτύπησε την πόρτα».

Δεν με άκουσε, έτσι φάνηκε, γιατί συνέχισε: «Εκεί θα σας τοποθετήσω, φρουρούς αιώνιους κι ακοίμητους της ομορφιάς σας. Θα σας καμαρώνουν όλοι οι αιώνες, πρέσβειρες του Ελληνικού κάλλους».

Σταμάτησε απότομα, τότε μάλλον κατάλαβε πως είμαι δίπλα του και μου είπε με αναμμένα μάτια: «Καλλισθένη, φίλε μου, σ’ ευχαριστώ που με έφερες εδώ. Θέλω να μιλήσω στον τελετάρχη». Γέλασα καθησυχαστικά: «Να τελειώσει πρώτα η τελετή», του απάντησα, αλλά εκείνος φοβόταν μήπως τις χάσει από τα μάτια του. Το κατάλαβα και συνέχισα ήρεμα: 

«Φειδία, μην ανησυχείς. Οι κόρες δεν πρόκειται να πάνε πουθενά. Θα σε περιμένουν στον ίσκιο των δρυών να τις ζωγραφίσεις. Το ξέρουν πως είσαι εδώ, φρόντισα γι’ αυτό».

«Πόσα πλήρωσες;», με ρώτησε κι εγώ χαμογέλασα: «Τίποτα. Απλά ρώτησα τις κόρες αν ήθελαν να στηθούν σαν πρότυπο μπροστά σου, για να σμιλέψεις την ομορφιά τους. Φαίνεται πως η φήμη σου έχει ξεπεράσει την Αθήνα, γι’ αυτό δέχτηκαν». Απόρησε κι εγώ συνέχισα: «Δεν τις γνωρίζεις τις Λακεδαιμόνιες. Δεν είναι σκλάβες των αντρών. Αν θέλουν κάτι, το κάνουν και στην περίπτωσή μας το ήθελαν».

***

Με τον γλύπτη είχαμε γίνει φίλοι. «Έπρεπε να σε είχα γνωρίσει πιο νέο», μου είχε πει, «Θα σε χρησιμοποιούσα σαν πρότυπο για άγαλμα του Ερμή». Είχα γελάσει. Με εμπιστευόταν από τότε που τον είχα βοηθήσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του, όταν τον κατηγόρησαν πως έκλεψε χρυσάφι, κατά την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς στον Παρθενώνα.

«Μην εμπιστεύεσαι τους Αθηναίους», του είχα πει, «Βρες τρόπο ν’ αποδείξεις πόσο χρυσάφι διέθεσες, γιατί αυτοί είναι ικανοί να σε κατηγορήσουν για κλέφτη». Λες και το ήξερα, γιατί έτσι συνέβη. Όμως ο φίλος μου είχε προνοήσει. Με είχε ακούσει κι είχε φροντίσει να φτιάξει κομματιαστό το άγαλμα. Έτσι λοιπόν μπροστά στους δικαστές του αφαιρούσε ένα – ένα τα κομμάτια του χρυσού και το ζύγιζε. Το συνολικό βάρος ανταποκρινόταν στα χρήματα που είχε πάρει ακριβώς και αθωώθηκε πανηγυρικά. 

Από τότε γίναμε αχώριστοι. Όπου κι αν πήγαινα του έφερνα ένα δώρο: κρόκο από την Θήρα, κρασί και μέλι από την Κρήτη, αμύγδαλα από την Μίλητο, χάλκινα εδώλια από την Έφεσο, αγγεία από την Σμύρνη, γλυκάνισο από την Ερεσό. «Κι ακόμα δεν είμαι γέρος», του είχα απαντήσει, «κάποιον μπορεί να σου θυμίζω».

Είχε χαμογελάσει ευγενικά: «Δεν έχεις ματιά ποιητή, ούτε φιλοσόφου, αλλά εμπόρου. Δεν θα μπορούσες να κάνεις κάτι άλλο στην ζωή σου, Καλλισθένη, εκτός από τον έμπορο. Πριν τριάντα χρόνια θα γινόσουν ιδανικός Ερμής. Για πες μου όμως, πώς τα πέρασες στην Λακεδαίμονα;».

Πριν μια εβδομάδα είχα επιστρέψει από τον τόπο του Λυκούργου και δεν έβλεπα την ώρα και την στιγμή να ξαναπάω. Πήρα φόρα να εξιστορώ και τελειωμό δεν είχα: «Όποιος δεν έχει πατήσει το πόδι του στην Λακωνική, είναι τυφλός, Φειδία. Δεν έχει γνωρίσει τίποτα από τον κόσμο. Μόνο στην Σπάρτη μπορείς να βρεις την αρμονία και την ομορφιά της ζωής». 

Τον είδα που είχε κατσουφιάσει και συνέχισα: «Μην απορείς. Δες τον Παρθενώνα. Απλός, λιτός, δωρικός και συνάμα μεγαλόπρεπος. Δωρικού ρυθμού, γιατί η ομορφιά και το μεγαλείο κρύβονται στην απλότητα. Δες τους κίονες πόσο στιβαροί είναι, δες τα κιονόκρανα, πόσο απλά αλλά υπέροχα. Όλα πάνω του φωνάζουν από μακριά πως κουβαλούν την τελειότητα. Έτσι είναι η ζωή εκεί. Θα γίνεις άλλος άνθρωπος, όταν επισκεφτείς την κοιλάδα του Ευρώτα».

Επειδή συνέχισε να με κοιτάζει καχύποπτα, ανέλαβα να του εξηγήσω: «Εκεί κυβερνά η πατρίδα. Όλοι συμμετέχουν στα κοινά. Είναι η πιο τέλεια μορφή δημοκρατίας που έχω γνωρίσει. Αρκεί να βρεθείς μια βραδιά σε μια συνέλευση της Απέλλας, για να ξεχάσεις όσα ήξερες. Τις αποφάσεις παίρνει η πλειοψηφία ελεύθερα χωρίς καταναγκασμούς. Οι Σπαρτιάτες δεν είναι στρατοκράτες, όπως λανθασμένα έχει επικρατήσει, αλλά πατριδοκράτες».

«Μα όλη τους την ζωή την περνούν στις ασκήσεις με τα όπλα. Τι άλλο κάνουν; Τι μπορεί να προσφέρουν στην τέχνη οι άνθρωποι αυτοί;», διαμαρτυρήθηκε ο Φειδίας.

«Κι όμως, δεν έχεις δίκιο», του απάντησα, «Οι Σπαρτιάτες δεν διδάσκονται μόνο την τέχνη του πολέμου, αλλά ποίηση, μουσική και φιλοσοφία. Πάνε να πολεμήσουν τραγουδώντας παιάνες του Τυρταίου και του Αλκμάνα. Όλοι τους διδάσκονται τον Όμηρο και αρκετοί είναι σε θέση να απαγγείλουν μια ραψωδία πριν την μάχη. Όλοι επίσης ξέρουν τα ρητά του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου.

Κανένας δεν είναι αγράμματος. Όλοι αποκτούν μόρφωση, ιατρική γύρω από την επίδεση και θεραπεία των τραυμάτων, διαβάζουν τον ουρανό και προσανατολίζονται από τους αστερισμούς, στέλνουν μηνύματα με την σκυτάλη και τις φρυκτωρίες κι όλοι μα όλοι γνωρίζουν και τηρούν τους νόμους του Λυκούργου.

Όσον αφορά την τέχνη, όπως την καταλαβαίνουμε εμείς, δεν είδα την πόλη να υστερεί σε τίποτα από την Αθήνα. Και περικαλλείς ναούς έχει με πολλά αγάλματα, αλλά και υπέροχα ψηφιδωτά, που τα βρίσκεις σε κάθε γωνιά της πόλης».

Τον είδα να με κοιτάζει παράξενα, οπότε συνέχισα: «Άκου και το πιο εκπληκτικό: οι γυναίκες εκεί, φίλε μου, είναι ίσες με τους άντρες, έχουν τα ίδια δικαιώματα, έχουν γη δική τους και τις σέβονται όλοι, ιδιαίτερα τις μανάδες που έχουν χάσει γιους στην μάχη.  Στην Σπάρτη η λέξη μοιχεία είναι άγνωστη. Να σου πω και μια μύχια σκέψη μου; Σκέφτομαι να πολιτογραφηθώ Σπαρτιάτης και να παντρευτώ Σπαρτιάτισσα, καθότι ανύπαντρος».

Ο Φειδίας γέλασε με την καρδιά του κι ύστερα μου είπε: «Περιμένω ν’ ακούσω κάτι παραπάνω για την ομορφιά». Άνοιξα τον σάκο μου κι έβγαλα δύο παπύρους: «Όπου κι αν πηγαίνω, φέρνω ένα δώρο. Δεν θα μπορούσα να μην φέρω κάτι από την Λακωνική. Δες αυτούς τους παπύρους. Για σένα τους έφτιαξα, αν και δεν τα καταφέρνω τόσο καλά με την ζωγραφική, όπως εσύ».

Τον είδα να ανοιγοκλείνει τα μάτια του έκπληκτος και να τους παρατηρεί με εμβρίθεια. Όση ώρα τον κοιτούσα, δεν έβγαλε μιλιά. Κάποια στιγμή πήρε τα μάτι του από πάνω τους και μου είπε: «Δεν έχω δει πιο όμορφες γυναίκες. Τέλεια κορμιά, εξαιρετικά ρούχα και το χτένισμα των μαλλιών τους θα ήθελα να το σμιλέψω στο μάρμαρο».

Γέλασα ευχαριστημένος: «Το ήξερα πως θα σου αρέσουν, Φειδία. Αυτό που βλέπεις ήταν οι πρόβες για μια τελετή, που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη εβδομάδα. Έχω κανονίσει να ξαναπάω. Μόλις φορτώσω το εμπόρευμα, φύγαμε. Τι λες;».

«Καλή ιδέα, όμως πες μου κάτι γι’ αυτές», μου είπε, αλλά αρνήθηκα: «Καλύτερα να μην γνωρίζεις τίποτα, για να τις δεις με τα μάτια της ψυχής, όπως τις είδα κι εγώ».

***

Στο δρόμο της επιστροφής τον έβλεπα που κρατούσε κλειστά τα μάτια του κι όταν τον ρώτησα γιατί, μου απάντησε: «Θέλω να τις βλέπω συνέχεια. Δεν θέλω να τις χάσω από την μνήμη μου, ώσπου να πιάσω δουλειά στην Αθήνα». «Καλά, τόσες ώρες τις παρατηρούσες, τις ζωγράφιζες, τις ρωτούσες χίλια δυο και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πήρες κι ένα φόρεμά τους», βρήκα να του πω κι αυτός αναστέναξε:

«Αχ, δεν δέχτηκαν να έρθουν στην Αθήνα, στο εργαστήριό μου». Τότε πήρα το σοβαρό μου ύφος: «Πάλι τα ίδια θα λέμε; Θα σε ακολουθούσαν μόνο αν το ήθελαν. Εδώ δεν είναι Αθήνα, οι γυναίκες είναι ελεύθερες». Τότε η φωνή του δυνάμωσε:

«Αυτό ήθελα να αποδώσω, Καλλισθένη, την αγάπη για την ελευθερία και το μοναδικό τους κάλλος. Αυτό που καμία Αθηναία δεν μπορεί να μου το δείξει». Του μίλησα τότε για την Ασπασία κι αυτός χαμογέλασε πικρά:

«Το σκέφτηκα πριν από εσένα. Ίσως της δώσω να φορέσει αυτά τα ρούχα και να δουλέψω με αυτήν. Ξέρω τι θα μου πεις, πως έχει ξεπεράσει τα σαράντα κι αυτές οι θεές που αντικρίσαμε στις Καρυές είναι πάνω στο άνθος της ηλικίας τους, ψηλές, λυγερόκορμες, γεμάτες ζωντάνια, όμως δεν έχω άλλη επιλογή. Αυτή δεν πρόκειται να ρωτήσει τον Περικλή, αν εκείνος της επιτρέψει να στηθεί για πρότυπο αγάλματος σε μένα. Αν θέλει, θα το κάνει. Αναρωτιέμαι μάλιστα μήπως κατάγεται από την Σπάρτη».

Το ταξίδι της επιστροφής τελείωνε κι εγώ θυμόμουν τα πρώτα λόγια του: «πανέμορφες δωρικές κολώνες με τα κιονόκρανά τους» και κατάλαβα πως θα χτίσει κάτι μοναδικό. Ο ναός δεν θα είχε κίονες, αλλά τις λυγερόκορμες Καρυάτιδες κι αντί για κιονόκρανα, τα κάνιστρα που είχαν στο κεφάλι τους.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση