Διήγημα
Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν δαιμονισμένα. Κηρύχτηκε γενική επιστράτευση. Οι γείτονες της Ανατολής είναι έτοιμοι για επίθεση. Θέλουν το πετρέλαιο που βρίσκεται κάτω από το βυθό της θάλασσας, μόνο που αυτή δεν τους ανήκει, αλλά στους γείτονές τους Δυτικούς.
Τα δύο κράτη, αντί να τα ενώνει η καλή γειτονία κι η συνεργασία, τα έχει δηλητηριάσει το μίσος κι η καχυποψία. Οι Ανατολικοί τα θέλουν όλα δικά τους. Έχουν έναν ανεκδιήγητο τρόπο να μπαίνουν απρόσκλητοι παντού και να εγείρουν αξιώσεις για πράγματα, που ούτε κατά διάνοια τους ανήκουν. Υπογράφουν διεθνείς συνθήκες, τις οποίες καταπατούν αμέσως και ανενδοίαστα κατηγορούν τους Δυτικούς γι’ αυτό.
Ο Λευτέρης έκλεισε το μαγαζί του πικραμένος και τηλεφώνησε στη διοίκηση της Ομάδας Διάσωσης, της οποίας ήταν επίλεκτο μέλος, περιμένοντας εντολές. Ο διοικητής του απάντησε πως πρέπει να είναι σε ετοιμότητα:
«Ακόμα δεν έχει κηρυχτεί επίσημα ο πόλεμος και για τους εθελοντές δεν έχω πάρει εντολές. Όμως, όπου να ’ναι θα σε χρειαστούμε, γι’ αυτό φρόντισε ο σάκος σου να είναι έτοιμος», του είπε.
«Πάντα είναι», του απάντησε και το μυαλό του γύρισε πέντε χρόνια πίσω, τότε που ο μεγάλος σεισμός είχε ισοπεδώσει μια ολόκληρη πόλη των Ανατολικών.
Έκλεισε τα μάτια του κι οι εικόνες της καταστροφής πέρασαν από μπροστά του πεντακάθαρες, λες και συνέβησαν χτες.
«Τι τρέχει πάλι;», έκανε η Ρούλα ανήσυχη, καθώς έβλεπε τον άντρα της να τακτοποιεί με πυρετώδεις κινήσεις το σάκο του διασώστη.
«Δεν άκουσες τίποτα;», της απάντησε ο Λευτέρης, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του.
Εκείνη κατσούφιασε:
«Κατάλαβα, θα τρέξεις στους γείτονες. Μόλις τα άκουσα. Είπαν για οχτώ Ρίχτερ».
«Γλυκιά μου», μαλάκωσε αυτός κοιτάζοντάς την, «ακόμα δεν έχουν πει τίποτα. Όσο περνάει η ώρα, οι νεκροί θα αυξάνονται. Σε μια ώρα πετάμε».
Αγκαλιάστηκαν. Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Γνώριζε πολύ καλά πως παίζει τη ζωή του, κάθε φορά που τρέχει να σώσει κόσμο. Μια αστοχία στους υπολογισμούς, ένα μικρό λάθος στα λαγούμια, μπορούσε να τον θάψει μαζί με τους σεισμόπληκτους.
«Και το μαγαζί», βρήκε να του πει.
«Θα το κρατάει ο αδερφός μου, ο Βασίλης, όπως κάθε φορά», πρόλαβε να της πει.
«Τα παιδιά;», του φώναξε, αλλά αυτός είχε γίνει καπνός.
Τα παιδιά θα ερχόντουσαν από το σχολείο κα δεν θα τον εύρισκαν στο σπίτι. Πρώτη φορά θα ήταν άλλωστε;
Τι μανία ήταν αυτή που έδερνε το Λευτέρη! Διασώστης. Και να πεις πως έβγαζε λεφτά από αυτή την ασχολία; Μάλλον έχανε, γιατί άφηνε τη δουλειά του. Εθελοντής, παρακαλώ. Στην ομάδα ήταν ο καλύτερος, γι’ αυτό του τηλεφώνησε αμέσως ο διοικητής και του είπε να κάνει γρήγορα, γιατί χωρίς αυτόν δεν πρόκειται να πάνε πουθενά.
Δούλευε μεθοδικά. Στεκόταν πάνω από τα ερείπια της πολυκατοικίας και προσπαθούσε να την δει όπως ήταν πριν, όρθια. Υπολόγιζε με ακρίβεια πού ήταν οι σκάλες, οι διάδρομοι, ο ανελκυστήρας, οι πόρτες των διαμερισμάτων κι έπιανε δουλειά.
Κατηύθυνε τους χειριστές των κρουστικών τρυπανιών, έτσι ώστε να βρουν διάδρομο για να εισχωρήσουν στις πλάκες του τσιμέντου μαζί με τον εκπαιδευμένο σκύλο, το Σώστη. Το παν ήταν η ταχύτητα. Ο χρόνος ήταν ο μεγάλος αντίπαλος. Έπρεπε να δράσουν αστραπιαία, πριν ξεψυχήσουν οι τραυματίες, αλλά και με σιγουριά. Μεγάλο ρόλο έπαιζαν τα υποστυλώματα που έβαζε ανάμεσα στις πλάκες, για να μην καταρρεύσουν, τη στιγμή που επιχειρούσαν.
Το τεράστιο σιδερένιο πουλί σηκώθηκε από το στρατιωτικό αεροδρόμιο με τις ευχές όλων και κατευθύνθηκε ανατολικά. Το κλίμα ήταν αισιόδοξο. Όλοι στην ομάδα ήταν σίγουροι πως θα τα καταφέρουν, όπως πριν τρία χρόνια, στον άλλο μεγάλο σεισμό, που απεγκλώβισαν δώδεκα άτομα ζωντανά από την πολυκατοικία που τους είχε ανατεθεί.
Ήταν οι φτερωτοί άγγελοι, που κατέβαιναν από τον ουρανό, για να σώσουν ζωές. Τι σημασία είχε που οι γείτονες πίστευαν σε άλλο δόγμα; Μήπως δεν ήταν άνθρωποι; Δεν είχαν τις ίδιες ανάγκες με αυτούς; Τέτοιες ώρες δεν βλέπει κανείς καμιά ταμπέλα, ούτε εκείνη της θρησκείας ή του κράτους, τίποτα από αυτά. Βλέπει μόνο ανθρώπους δυστυχισμένους, που ικετεύουν τη βοήθειά σου.
Κι ο Λευτέρης ένοιωθε αγαλλίαση, όταν απεγκλώβιζε ζωντανούς από τα ερείπια. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου. Ποτέ δεν ζήτησε χρήματα από την υπηρεσία του. Φυσικά μετά από κάθε επιχείρηση στο εξωτερικό, η πρεσβεία της χώρας που πήγαιναν, κάτι παραχωρούσε στους εθελοντές, όμως ο Λευτέρης δεν περίμενε τέτοια δώρα.
Η μεγαλύτερη πληρωμή γι’ αυτόν ήταν το χαμόγελο ευγνωμοσύνης του διασωθέντα κι οι αγκαλιές των συγγενών του, που τον έπνιγαν κλαίγοντας από χαρά και του φιλούσαν τα χέρια.
Όταν έφτασαν στον τόπο της καταστροφής, πάγωσαν. Ολόκληρη πόλη των τριάντα χιλιάδων κατοίκων είχε ισοπεδωθεί. Οι μισές πολυκατοικίες είχαν καταρρεύσει κι οι άλλες μισές περίμεναν τους μετασεισμούς, για να σωριαστούν κι αυτές. Τα πράγματα ήταν υπερβολικά δύσκολα, όμως έπρεπε να δράσουν χωρίς καμιά καθυστέρηση.
Τα μάτια τους αντίκρισαν τη δυστυχία κατάματα, κάτι, που όσες φορές και να το δεις, δεν μπορείς να το συνηθίσεις. Κλάματα, οιμωγές, κατάρες, προσευχές ακούγονταν στη γλώσσα που κανείς δεν ήξερε, μα όλοι καταλάβαιναν τι ήθελαν να πουν οι απελπισμένοι που οι δικοί τους αγνοούνταν.
Οι μισοί έστησαν τη σκηνή τους κι άλλοι μισοί, αφού πήραν την εντολή από την τοπική διοίκηση, ανέλαβαν την πιο μεγάλη πολυκατοικία, που ενώ ξεπερνούσε τα τριάντα μέτρα, όταν ήταν όρθια, τώρα μετά βίας ο σωρός των ερειπίων της έφτανε τα πέντε.
Ο Λευτέρης ανέβηκε στο σωρό, εκεί που ήταν η ταράτσα κι άρχισε τους υπολογισμούς. Στο μυαλό του σχημάτισε την εικόνα όπως ήταν πριν το σεισμό κι ήταν έτοιμος να δώσει οδηγίες. Οι σπαρακτικές κραυγές αυτών που περίμεναν να δουν τους δικούς τους να βγαίνουν ζωντανοί από τα γονατισμένα τσιμέντα δεν τον αποσυντόνιζαν.
Ο Γιώργος, ο Βαγγέλης κι ο Μιχάλης με τα κρουστικά τρυπάνια έπιασαν αμέσως δουλειά. Ο Λευτέρης δεν άκουγε το διαβολεμένο κροτάλισμά τους, μόνο παρατηρούσε τα μακάπια που χειρουργούσαν τις τσιμεντένιες πλάκες, χωρίς να σταματήσει να δίνει οδηγίες στους χειριστές τους.
Ο ζωόφιλος Πάνος, που ήταν υπεύθυνος για το Σώστη, τον ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο, όταν είχε ανοιχτεί η τρύπα, που χωρούσε να περάσει άνθρωπος, άφησε το σκυλί να περάσει μέσα. Εκείνο γρύλισε και προχώρησε, ενώ ο Λευτέρης πίσω του με το φακό του κράνους και με έναν άλλο στο χέρι, έβαλε το κεφάλι του μέσα και το βλέμμα του ακολούθησε το Σώστη.
Οι προσευχές των συγκεντρωμένων πίσω τους έδιναν κι έπαιρναν. Γονατιστοί έσκυβαν να φιλήσουν τη γη και κατόπι σήκωναν τα χέρια ψηλά συνεχώς, επικαλούμενοι το θεό. Τα μέλη της ομάδας, όσο κι αν δεν επηρεάζονταν από το θέαμα, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούσαν, εκείνη τη στιγμή έγιναν ένα με αυτούς κι οι καρδιές τους πήραν να χτυπούν γρήγορα. Ανυπομονούσαν να δουν το Λευτέρη να κουβαλά στα χέρια του τον πρώτο επιζώντα.
Εκείνος μπήκε μέσα κι ακολούθησε το Σώστη. Το σκυλί σταμάτησε μπροστά σε τσιμεντένιο τοίχο και γάβγιζε. Έρποντας ο Λευτέρης φώναξε στα Αγγλικά αν είναι κανείς πίσω κι άκουσε φωνές, αλλά και βογγητά.
Γύρισε κάτασπρος από τη σκόνη μαζί με το σκυλί και πήρε να καταστρώνει το σχέδιο απεγκλωβισμού. Έπρεπε να μεγαλώσουν το διάδρομο ως τον τοίχο που ακούγονταν οι φωνές κι αυτό απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς. Τα κρουστικά δεν θα κατάφερναν να φτάσουν ως εκεί εύκολα, όμως το μυαλό του Λευτέρη, υποτασσόμενο στην ανάγκη, δούλευε πυρετωδώς.
Ζήτησε το πιο μικρό κρουστικό και χώθηκε ξανά στην τρύπα. Σε λίγο το άκουσαν να κροταλίζει. Ήταν πράξη αυτοθυσίας αυτό που έκανε, γιατί δεν ήξερε αν θα καταρρεύσει η πλάκα πάνω του. Έπαιζε με τη φωτιά, αλλά τόλμησε να ρισκάρει τη ζωή του για άλλη μια φορά.
Σε δυο ώρες είχε ανοίξει πιο ευρύχωρό διάδρομο κι ο Γιώργος με μεγαλύτερο κρουστικό άρχισε να τρυπά τον τοίχο, που πίσω του ακούγονταν οι φωνές των εγκλωβισμένων. Εν τω μεταξύ νύχτωσε. Το σκοτάδι δεν ήταν καλός σύμβουλος, αλλά εκείνοι δεν υπολόγιζαν τίποτα. Ήθελαν πάση θυσία να τους απεγκλωβίσουν ζωντανούς και να τους επαναφέρουν στο φως, έστω κι αν αυτό έβγαινε από ηλεκτρικούς λαμπτήρες.
Από τη στιγμή που κατέβηκαν δεν είχαν βάλει μπουκιά στο στόμα τους, αλλά είχαν ξεχάσει την πείνα τους. Μόνο τα πλαστικά μπουκαλάκια με το νερό άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Οι συγκεντρωμένοι δεν σταμάτησαν ν’ απευθύνουν προσευχές και να υμνούν το θεό και τον προφήτη τους.
Κανένα δεν πείραζε που έβλεπαν τον κόκκινο σταυρό στα κράνη και στις επωμίδες των γειτόνων τους. Τώρα δεν ήταν γείτονες, ήταν αδέρφια τους. Μπορεί να τους χώριζαν πολλά, εκείνη τη στιγμή όμως όλα είχαν ξεχαστεί.
Και να που η τρύπα άνοιξε και φανέρωσε τρία ζευγάρια κατακόκκινα μάτια, που τυφλωμένα από τους φακούς, είχαν μείνει άφωνα. Ο Λευτέρης άρχισε να τραβά από τα χέρια τον πρώτο επιζώντα. Ήταν ένα παιδί γύρω στα δώδεκα, που με ευκολία βρέθηκε στην αγκαλιά του. Στα μάτια του το δάκρυ είχε στερέψει. Δεν είχε δύναμη να μιλήσει, ούτε και να κλάψει άλλο.
Ο Λευτέρης τον έβγαλε από το σωρό των ερειπίων, ενώ οι προβολείς των τηλεοπτικών σταθμών, που είχαν φυτέψει παντού τις κάμερές τους, έκαναν τη νύχτα μέρα. Φωνές χαράς και ασταμάτητα χειροκροτήματα συνόδευσαν την έξοδο του παιδιού κι ένας σαραντάχρονος έσπασε τα προστατευτικά κιγκλιδώματα που τον κρατούσαν μακριά κι έτρεξε ν’ αγκαλιάσει το γιο του κλαίγοντας από χαρά. Ύστερα γονάτισε μπροστά στον Λευτέρη, του φίλησε τα σκονισμένα άρβυλα, σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και του είπε στη γλώσσα του:
«Είσαι αδερφός μου, είσαι αδερφός μου», ενώ όλα τα τηλεοπτικά συνεργεία έδιναν μάχη ποιο θα πάρει την καλύτερη δυνατή λήψη.
Ο Λευτέρης γέλασε και απευθύνθηκε στους δημοσιογράφους στα Αγγλικά, που περίμεναν πως και πώς να τον ακούσουν:
«Έχουμε πολλή δουλειά ακόμα. Σας παρακαλώ, αφήστε μας να την ολοκληρώσουμε», και τους παρακάλεσε ν’ απομακρυνθούν.
Έπειτα ξαναμπήκε μέσα. Η τρύπα ήταν μικρή. Έπρεπε να την μεγαλώσουν, για να μπορέσουν να βγάλουν και τους άλλους δύο επιζώντες. Εκείνη τη στιγμή είδε τα δυο του παιδιά. Θα μπορούσαν να είναι αυτά στη θέση του παιδιού που μόλις έσωσε τη ζωή και δάκρυσε.
Ήπιε λίγο νερό και μαζί με το Γιώργο, έβαλαν μπρος για το μεγάλωμα της τρύπας. Σε δυο ώρες μόλις είχαν απεγλωβίσει και τους άλλους δύο, που ήταν η μητέρα του παιδιού κι ο παππούς του. Ακολούθησαν ίδιες σκηνές λατρείας και αγάπης από τους συγγενείς και τους υπόλοιπους συγκεντρωμένους.
Ο Λευτέρης μόνο τότε ένοιωσε κούραση και πείνα. Πήγαινε προς τη σκηνή να βάλει κάτι στο στόμα του και να ξεκουραστεί, αν ήταν δυνατό, όμως ένας τριαντάχρονος του έκοψε το δρόμο. Ήταν ψηλός με γεροδεμένο κορμί και περήφανο βλέμμα. Του μίλησε Αγγλικά:
«Με λένε Αχμέτ. Είμαι λοχίας αλεξιπτωτιστής. Ο γιος μου έχει εγκλωβιστεί στα συντρίμια που επιχειρείτε. Δίνω και τη ζωή μου ακόμα, αν καταφέρεις να τον βγάλεις ζωντανό».
Ο Λευτέρης έμεινε να τον κοιτάζει και τότε παρενέβη ο Βαγγέλης, ο πτυχιούχος της παρέας, που γνώριζε λίγες λέξεις από τη γλώσσα του γείτονα, που του είπε:
«Όλα θα γίνουν. Θα τον βρούμε το γιο σου και θα στον παραδώσουμε ζωντανό. Όμως, κατάλαβέ μας. Είμαστε κι εμείς άνθρωποι και θέλουμε να φάμε και να ξαποστάσουμε λιγάκι. Κλείσαμε είκοσι ώρες στα χαλάσματα».
Εκείνος τους κοίταξε μουδιασμένος και τους ακολούθησε, μένοντας διακριτικά κάποια μέτρα πίσω τους. Ο Λευτέρης ζήτησε από το Βαγγέλη να μάθει τι του απάντησε, κι αυτός του είπε:
«Κι άλλοι έχουν εγκλωβιστεί. Αν είναι ζωντανοί, θα τους βρούμε. Θα γαβγίσει ο Σώστης. Ας βάλουμε μια μπουκιά στο στόμα μας, πριν καταρρεύσουμε».
Ο Λυτέρης όμως είχε άλλη γνώμη:
«Δεν ήρθαμε για να ξεκουραστούμε. Κάθε λεπτό που περνάει είναι πολύτιμο. Πόσο θ’ αντέξουν οι επιζώντες;».
Πήρε ένα κομμάτι ψωμί με τυρί κι ένα μπουκάλι νερό, άρπαξε το λουρί του Σώστη και μπήκαν ξανά στην τρύπα που είχαν ανοίξει. Το πρόσωπο του Αχμέτ, όταν τον είδε να ξαναμπαίνει στα ερείπια, έλαμψε από χαρά. Έρποντας ο Λευτέρης πέρασε την τρύπα και στάθηκε στον απέναντι τοίχο. Τότε ο Σώστης άρχισε να γαβγίζει. Ο Λευτέρης σημείωσε το μέρος με μαρκαδόρο και γύρισε πίσω.
Ο Γιώργος του έδωσε ένα πλαστικό πιάτο με παστό και λαχανικά, αυτός πήρε μια μπουκιά, την κατάπιε αμάσητη, ήπιε μονορούφι ένα μπουκάλι νερό κι ενώ κόντευε να ξημερώσει, χωρίς να νοιώσει την ανάγκη του ύπνου, βούτηξε το κρουστικό τρυπάνι κι άρχισε να επιχειρεί στο σημείο του τοίχου που είχε σημειώσει.
Σε τρεις ώρες είχε καταφέρει ν’ ανοίξει την τρύπα. Είδε το παιδί που ήταν ξαπλωμένο κάτω, γεμάτο αίματα. Του μίλησε στα Αγγλικά. Το παιδί απάντησε. Του έδωσε ένα σκοινί να πιάσει και το τράβηξε μέχρι την τρύπα. Σε μισή ώρα κατάφερε να τον βγάλει από την τρύπα. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε. Πήρε το παιδί στην αγκαλιά του και βγήκε στο φως, είχε βγει ο ήλιος πια, το παρέδωσε στους γιατρούς και σωριάστηκε λιπόθυμος από την εξάντληση.
Αυτά θυμόταν ο Λευτέρης, καθώς όλη η χώρα προετοιμαζόταν πυρετωδώς ν’ αποκρούσει τους επιθετικούς γείτονες. Βρήκε τους υπόλοιπους εθελοντές της παρέας κι έπιασαν κουβέντα.
«Είδες τα καθίκια;», είπε ο Μιχάλης κι ο Βαγγέλης βρήκε να ρωτήσει το Λευτέρη:
«Ακόμα και τώρα, αν γινόταν σεισμός στους Ανατολικούς, όπως τότε, θα πήγαινες να τους απεγκλωβίσεις;».
Εκείνος δεν σκέφτηκε καθόλου την απάντηση:
«Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και θα έτρεχα. Άνθρωποι είμαστε πρώτα και μετά Δυτικοί και Ανατολικοί».
Κι ενώ οι άλλοι είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα, τους ρώτησε:
«Εσείς το ίδιο δεν θα κάνατε;», αλλά εκείνοι απέφυγαν ν’ απαντήσουν.
«Έντεκα ανθρώπους απεγκλωβίσαμε, με κίνδυνο της ζωής μας, θυμάσαι;», τον ρώτησε ο Γιώργος.
«Και λοιπόν; Πώς δεν το θυμάμαι! Γι’ αυτό είμαστε εκπαιδευμένοι, να σώζουμε ζωές κι είμαστε περήφανοι γι’ αυτό που κάνουμε. Δεν κοιτάμε από ποιο κράτος είναι ο εγκλωβισμένος, ούτε τι πιστεύει.
Τον πόλεμο δεν τον αποφασίσαμε εμείς, ούτε κι εκείνοι που διασώσαμε, αυτό το ξέρετε. Θύματα είμαστε κι οι δυο λαοί κάποιων σκοτεινών συμφερόντων. Τι θέλετε να κάνουμε λοιπόν; Να πάψουμε να είμαστε άνθρωποι;».
Σώπασαν και δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτό το θέμα.
Οι πρώτες αψιμαχίες κήρυξαν στην ουσία τον ακήρυχτο ακόμα πόλεμο ανάμεσα στους δύο λαούς. Ένα αντιτορπιλικό των Δυτικών σε μια περιπολία διεμβόλισε ένα των γειτόνων, που είχε εισέλθει στα χωρικά τους ύδατα, χωρίς να το βυθίσει. Το άφησε να γυρίσει στα ναύσταθμο για επισκευή, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαινόταν εφικτό.
Ένα υποβρύχιο επίσης των Δυτικών βύθισε το ωκεανογραφικό σκάφος των Ανατολικών, που έκανε έρευνες για πετρέλαιο όχι στα δικά τους χωρικά ύδατα, αλλά σ’ εκείνα των Δυτικών κι ο πόλεμος γενικεύτηκε. Οι πρώτες μάχες στην ξηρά έδιναν προβάδισμα στους Ανατολικούς, αλλά στις ναυμαχίες δεν κατάφερναν τίποτα. Ο στόλος των Δυτικών τους έπαιρνε φαλάγγι.
Μετά από σύσκεψη, οι Ανατολικοί αποφάσισαν να ρίξουν αλεξιπτωτιστές στο εσωτερικό της χώρας των Δυτικών και να τους εξουδετερώσουν πριν τους πάρουν χαμπάρι.
Τη στιγμή που οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν κοντά στο χωριό του Λευτέρη, έγιναν αντιληπτοί από τα παιδιά του, που άρχισαν να τρέχουν, για να ειδοποιήσουν τους στρατιώτες. Όμως δεν πρόλαβαν. Έγιναν αντιληπτά από έναν αλεξιπτωτιστή που τα πυροβόλησε, σκοτώνοντας το ένα και τραυματίζοντας βαριά το άλλο.
Ο Λευτέρης έτρεξε στο μέρος που έπεσαν οι πυροβολισμοί και βρήκε τα παιδιά του ξαπλωμένα στο χώμα. Ο αλεξιπτωτιστής τον άφησε να πλησιάσει και πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του. Τον σημάδεψε με το όπλο του φωνάζοντας:
«Ψηλά τα χέρια!».
Ο Λευτέρης τον αναγνώρισε αμέσως:
«Έμαθες τη γλώσσα μας, Αχμέτ;», τον ρώτησε κι αυτός κοκάλωσε.
Έπειτα του έδειξε τα παιδιά του:
«Εσύ το έκανες αυτό; Εσύ σκότωσες τα παιδιά μου;», τον ρώτησε.
Εκείνος προτιμούσε ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί, παρά να μιλήσει. Ο Λευτέρης κρατώντας μια αξιοζήλευτη ψυχραιμία συνέχισε:
«Αλήθεια, τι κάνει ο γιος σου; Εκείνος που έβγαλα από τα ερείπια. Φαντάζομαι πως θα το θυμάσαι, έτσι δεν είναι;».
Ο Αχμέτ δεν είπε τίποτα. Έβγαλε το περίστροφο, το ακούμπησε στον κρόταφό του φωνάζοντας στη γλώσσα του, «Ανάθεμα στον πόλεμο!», πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα.




