Σελίδα σήψης

Δευτέρα, 14 Νοέμβριος 2022 15:25 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Διήγημα του Γιώργου Ανωγειάτη
 

Πτώματα σεσηπότα, όζοντα. Τη θανατίλα τους καλύπτουν στον τάφο της ανθρωπιάς. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αλλά δεν μας βλέπουν. Αν αντιληφτούν κάτι, κοιτάζουν πώς να το εκμεταλλευτούν επιχειρηματικά. 

Τα αδιάφορα χέρια τους, που δεν έχουν καμιά επαφή με την εργασία, ούτε γνωρίζουν τι πάει να πει ένσημο από τον ιδρώτα τους, μπαίνουν βαθιά στις παραγεμάτες τσέπες τους και η μόνη τους σκέψη είναι πώς ν’ αυξήσουν το περιεχόμενό τους. Αν έχουν ένα κατάστημα, θα φροντίσουν ν’ αποκτήσουν δεύτερο και τρίτο, αδιαφορώντας αν χρειαστεί να πατήσουν επί πτωμάτων, για να το καταφέρουν.

Καλυμμένοι πίσω από επίπλαστους κι ελαστικούς νόμους, προχωρούν ακάθεκτοι στο «θεάρεστο» έργο τους. Στον βωμό της «ανάπτυξης» δεν διστάζουν να θυσιάσουν αξίες προγονικές και προαιώνιες.

Είναι κι οι δειλοί, εκείνοι που προσφέρουν αβασάνιστα την πλάτη τους, να τους φορέσει σαμάρι και λαιμαργιά στο λαιμό τους, για τον ισχνό, αλλά νόμιμο μισθό των πεντακοσίων Ευρώ. Χάλι απερίγραπτο κι αδιόρθωτο!

Κι αν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν ή ν’ απαιτήσουν πιο πολλά, γνωρίζουν πολύ καλά πως θ’ αντικρίσουν την πόρτα της εξόδου από την εργασία, κι άντε μετά να επιζήσεις από τα συσσίτια του δήμου.

Συντελείται ανερυθρίαστα κατ’ εξακολούθηση φόνος των ονείρων των νέων, έγκλημα για το οποίο δεν πρόκειται να τιμωρηθεί ποτέ κανείς.
Ας πάμε να διηγηθούμε την ιστορία, που αποτελεί σελίδα ντροπής και σήψης του εικοστού πρώτου αιώνα στη χώρα μας, που όμως θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε «προηγμένη» χώρα του κόσμου.

«Πλήρωσες, Αντρέα;», ρωτάει η σύζυγος τον άντρα της, καθώς βγαίνουν με τα παιδιά τους από την υπεραγορά, κρατώντας δύο γεμάτες σακούλες.
Εκείνος γνέφει καταφατικά. Αυτή επιμένει:
«Μετρητά ή κάρτα;».
Αυτός γελάει:
«Ποια μετρητά, Ελένη; Ευτυχώς που υπάρχει ακόμα κάτι από το μισθό μου στην κάρτα».

Μπαίνουν στο αμάξι. Αυτοί μπροστά και τα παιδιά στα πίσω καθίσματα. Ο εφτάχρονος Αντώνης, σπίθα σκέτη, βλέπει το δείκτη βενζίνης και λέει στον πατέρα του:
«Θα μείνουμε, μπαμπά, πρέπει να ρίξεις βενζίνη».
Εκείνος τον καθησυχάζει, αλλά η Ελένη αρχίζει την γκρίνια;
«Πού το έχεις το μυαλό σου; Θα μας αφήσεις, όπως πας, σε καμιά ερημιά να περπατάμε παρέα με τα τσακάλια».
Δεν μιλά και στο πρώτο βενζινάδικο που συναντά, σταματά. Η υπάλληλος μασώντας την τσίχλα της, κλείνει το κινητό και ρωτάει πόσο να βάλει, με βαριεστημένο ύφος.
«Είκοσι Ευρώ», της απαντά κοφτά ο Αντρέας.
«Κάρτα ή μετρητά;», τον ρωτάει εκείνη, τη στιγμή που κλείνει την τάπα.

Ο Αντρέας της δίνει την κάρτα του γελαστός. Θέλει να την κάνει να χαμογελάσει, καθότι το γέλιο είναι μεταδοτικό, αλλά το μυαλό της μάλλον πρέπει να βρίσκεται αλλού. Του φέρνει το μηχάνημα και του κάνει νόημα να την περάσει. Αυτός το κάνει, αλλά δεν ακούει τον χαρακτηριστικό ήχο αποδοχής. Η υπάλληλος δείχνει ν’ αφυπνίζεται:
«Δεν τη δέχεται το μηχάνημα, κύριε»
Ο Αντρέας απορεί:
«Δεν είναι δυνατόν, πριν δέκα λεπτά πλήρωσα με αυτήν στην υπεραγορά».
«Ξαναβάλτε την τότε», του λέει η υπάλληλος.
Εκείνος το κάνει, αλλά το μηχάνημα εξακολουθεί ν’ αρνείται πεισματικά να ρουφήξει τα είκοσι Ευρώ.
«Βρε κοπέλα μου, μήπως είναι χαλασμένο το μηχάνημα;», αρχίζει ν’ ανησυχεί ο Αντρέας, ενώ η Ελένη ανοίγει την πόρτα και ρωτάει τι συμβαίνει.
«Τι να συμβαίνει; Δεν παίρνει το μηχάνημα την κάρτα, αυτό συμβαίνει», της απαντά ζοχαδιασμένος, ενώ η υπάλληλος προσθέτει:
«Πληρώστε με μετρητά τότε».
Ο Αντρέας χωρίς να ψαχτεί της λέει ότι δεν υπάρχουν και συνεχίζει:
«Κρατήστε την ταυτότητά μου. Θα πεταχτώ μια στιγμή στο σπίτι ν’ αφήσω τα παιδιά, γιατί έχουν διάβασμα και σε μισή ώρα θα έρθω, να σας πληρώσω».
Τότε η δειλία φανερώνεται στα τριαντάχρονα μάτια της:
«Δεν γίνεται. Πρέπει να με πληρώσετε».
Ο Αντρέας κάνει μια προσπάθεια να μην εκραγεί:
«Αλλιώς;», την ρωτάει, όσο πιο ήρεμα μπορεί.
«Πρέπει να ειδοποιήσω το αφεντικό», του απαντάει.

Η δειλία δεν έχει ποτέ ένα πρόσωπο, αλλά υφέρπει πάντα πίσω από ισχνές συμπεριφορές και καρδιές που φανερώνουν χαμηλό φρόνημα.
Το αφεντικό, κατά τύχη, εκείνη τη στιγμή έχει ανοίξει την κάμερα παρακολούθησης, που έχει εγκαταστήσει στο σπίτι του, αφού αναχώρησε η Μικαέλα, η ουκρανή δίμετρη κούκλα, που είναι ειδικευμένη στην εξυπηρέτηση αντρών.
«Τους βλέπω», της απαντάει. «Να μείνουν ακίνητοι στο αυτοκίνητο και να καλέσεις αμέσως την αστυνομία».
Εκείνη, χωρίς να επεξεργαστεί καθόλου την εντολή που έλαβε, με ρομποτικές κινήσεις παίρνει το εκατό. Ο Αντρέας τα χάνει:
«Τι κάνεις, κοπέλα μου; Την αστυνομία παίρνεις;».
Άλαλα τα χείλη των υποταγμένων, λες και δεν ζουν στον τόπο που μαρτύρησε η Αντιγόνη.
«Αυτή την εντολή μου έδωσε το αφεντικό, κύριε. Μέχρι να έρθει η αστυνομία, ζήτησε να περιμένετε στο αυτοκίνητό σας».
Ιδού η γενναία απάντηση του νεοέλληνα εργαζόμενου, του σκλάβου, του υπόδουλου, του ανθρώπου που δεν έχει κρίση των πραγμάτων, γιατί έχει καταντήσει ένα πιόνι χωρίς γνώμη, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, χωρίς την ικανότητα αξιολόγησης των στιγμών. Η Ελένη ωρύεται:
«Τι έκανε, λέει; Κάλεσε την αστυνομία; Κλέφτες είμαστε, ή δολοφόνοι;».
Τα παιδιά αρχίζουν τα κλάματα. Η κατάσταση τείνει να εκτραχυνθεί. Ο Αντρέας προσπαθεί ν’ αντλήσει λίγη υπομονή και πάει κοντά τους. Κάνει προσπάθειες να τα ηρεμήσει, τους λέει ότι δεν τρέχει τίποτα και πως όλα θα τελειώσουν σε λίγα λεπτά.

Το περιπολικό φτάνει. Ο συνοδός αστυνομικός βγαίνει και κατευθύνεται στην υπάλληλο, η οποία αναλαμβάνει να του εξηγήσει τι έχει συμβεί και δεν παραλείπει να τονίσει:
«Το αφεντικό μου είπε να σας πω ότι πρέπει να εφαρμόσετε τον νόμο».
Μάλιστα! Τον νόμο των ανθρώπων, που δεν έχει μάτια και καρδιά, να δει και ν’ αξιολογήσει.  Ο νόμος είναι νόμος και πρέπει να εφαρμοστεί. Όπως εφαρμόζεται για όλους τους κλέφτες.

Δεν έχει σημασία που οι δαγκάνες του είναι αδύναμες και δεν μπορούν να πιάσουν τους μεγαλοκλέφτες. Υπουργοί, βουλευτές, επιχειρηματίες με καταχρήσεις εκατομμυρίων και καταθέσεις στην Ελβετία έχουν ξεπλυθεί και κυκλοφορούν άσπιλοι, αμόλυντοι και χαμογελαστοί σαν αθώες περιστερές.
Ο νόμος πρέπει να δείξει την ισχύ του, να τρίξει τα δόντια στον παλιάνθρωπο που δεν πλήρωσε τα είκοσι Ευρώ της βενζίνης. Δεν έχει σημασία το ποσό, έτσι λέει ο νόμος, η πράξη έχει σημασία κι αυτή τιμωρείται.

Ο αστυνομικός απευθύνεται στον Αντρέα να του εξηγήσει κι η Ελένη μπαίνει στη μέση και τους διακόπτει με φωνές:
«Δεν είμαστε κλέφτες».
Δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις κι ο άβουλος στρατιώτης του Κρέοντα αποφασίζει:
«Λυπάμαι, κύριε, πρέπει να σας συλλάβω, αυτό ορίζει ο νόμος».

Εκείνη τη στιγμή ο οδηγός του περιπολικού ανοίγει την πόρτα και φωνάζει στον συνάδελφό του να του εξηγήσει τι συμβαίνει. Εκείνος του εξηγεί κι αυτός γουρλώνει τα μάτια του:
«Δεν ντρεπόμαστε λίγο, που θα συλλάβουμε μια οικογένεια, επειδή η κάρτα τους απομαγνητίστηκε; Την τράπεζα πρέπει να συλλάβουμε κι όχι αυτούς».
Χωρίς δεύτερη κουβέντα απευθύνεται στην υπάλληλο και τη ρωτάει πόσα χρωστάει ο κύριος. Το άβουλο πλάσμα του λέει κι αυτός ανοίγει το πορτοφόλι του, αυτό που δεν έχει χωρέσει ποτέ πάνω από εννιακόσια ευρώ κάθε πρώτη του μηνός, βγάζει ένα εικοσάρικο και της το δίνει.
«Ο κύριος πλήρωσε. Είμαστε εντάξει τώρα;», της λέει.
Εκείνη κατεβάζει το κεφάλι, μασάει ένα ναι που δεν ακούστηκε και μπαίνει με σκυμμένο κεφάλι στο γραφείο.

Το περιπολικό αποχωρεί, αφού ο οδηγός καληνυχτίζει τον Αντρέα και την οικογένειά του. Εκείνος, που δεν κατάλαβε τι έχει συμβεί, μπαίνει στο γραφείο και ρωτά την υπάλληλο. Αυτή του εξηγεί με μασημένα λόγια. Πετιέται έξω, αλλά το περιπολικό έχει ήδη φύγει.
Η Αντιγόνη εκτέλεσε το χρέος της φυλής. Απέδειξε ότι υπάρχουν ακόμα Έλληνες, άνθρωποι με γερή φύτρα, με τσαγανό, με καρδιά. Άνθρωποι με το Α κεφαλαίο. Άνθρωποι που πάνε κόντρα στους καιρούς και φωτίζουν με τις πράξεις τους την εποχή μας. Άνθρωποι που ακούνε τον νόμο της καρδιάς τους πρώτα και μετά εκείνο των ανθρώπων.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση