Ερήμην

Παρασκευή, 06 Νοέμβριος 2020 19:04 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Σκεφτείτε! Σκεφτείτε γιατί χανόμαστε!
«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», τόνισε ο φιλόσοφος Καρτέσιος κι εμείς έχουμε αρχίσει να οδεύουμε προς την ανυπαρξία. Το βασικό όπλο που μας έχει απομείνει είναι η σκέψη κι αυτή βάλλεται καθημερινά από πολλά μέτωπα, με κυριότερα τα οθονούχα τηλεόραση και κινητό.
Σπαταλάμε πολλές ώρες κάθε μέρα, στην κυριολεξία τις πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων, είτε παρακολουθώντας σειρές, είτε ειδήσεις, είτε εκπομπές ψυχαγωγίας, είτε επικοινωνώντας από την οθόνη του κινητού με μηνύματα.

Μένουμε με το στόμα ανοιχτό σαν χάνοι μπροστά στην μαυλίστρα οθόνη της τηλεόρασης και χάβουμε ότι μας σερβίρει, νομίζοντας ότι είναι καλό. Φυσικά αφού δεν σκεπτόμαστε τι υπάρχει πίσω από αυτό και ποιον συμφέρει να στεκόμαστε προσοχή και να πιστεύουμε ότι μας λέει, καλά να πάθουμε.
Έχουμε καταντήσει να θεωρούμε θέσφατο ότι ακούμε από αυτήν. Τι κρίμα! Απωλέσαμε την κριτική μας σκέψη και το πνεύμα αμφισβήτησης, που βάζει το μυαλό να λειτουργήσει και να δει τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία.
Δεν διαβάζουμε πια κανένα βιβλίο. Στην μικρή μας πόλη το ένα μετά το άλλο τα βιβλιοπωλεία κλείνουν ή αναγκάζονται να διαθέτουν παιχνίδια και σχολικές τσάντες για να επιβιώσουν σαν επιχειρήσεις.

Συνηθίσαμε στο εύκολο. Μα αυτό ποτέ δεν ήταν ωραίο, ούτε καλό. Το καλό έχει κι αγκάθια και σε ματώνει ώσπου να το αποκτήσεις. Θέλει κόπο κι ιδρώτα τίμιο, θέλει μόχθο συνεχή κι αδιάλειπτο, γι’ αυτό είναι τόσο γλυκό όταν γίνεται δικό σου. Για το καλό μιλάμε φυσικά, το πραγματικό καλό κι όχι αυτό που μας σερβίρουν σαν τέτοιο.
Κατάντησε η ζωή μας φτηνή κι η σκέψη μας φευγάτη. Από το πρωί που θα ξυπνήσουμε, ως το βράδυ που θα ξαπλώσουμε, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να κάνει απολογισμό πεπραγμένων της ημέρας που πέρασε, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι.
Και γιατί να τον κάνει; Να κουράσει το μυαλό του; Ας δει λίγη τηλεόραση, (το λίγη είναι σχετικό), κι ας προσπαθήσει να μαντέψει τα αποτελέσματα των ποδοσφαιρικών αγώνων, πριν παίξει στοίχημα, (μόνο εκεί χρησιμοποιεί το μυαλό του, τρομάρα του!). Δεν τον νοιάζει τίποτα. Ούτε αν η γη καταστρέφεται από πολλές αιτίες, ούτε αν ο μισός πληθυσμός της πεινάει και υποφέρει. Δεν τον νοιάζει τι νομοσχέδια φέρνει στη βουλή προς ψήφιση η κάθε κυβέρνηση. Συμφωνεί με τις αποφάσεις των υπουργών, κι αν διαφωνεί με κάποια, η αντίδρασή του σβήνει μόλις ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του και βγει έξω.

Τον νοιάζει να βρει θέση να παρκάρει, (ίσως και να είναι το πιο σημαντικό του πρόβλημα αυτό), να κουτσομπολέψει το γείτονα που πήρε καινούργιο αυτοκίνητο, να γκρινιάξει με την οικογένειά του για ασήμαντα πράγματα και φυσικά να τα βάλει με τον Μαρτίνς που δεν χρησιμοποιεί τον Φορτούνη στην ενδεκάδα του Ολυμπιακού.
Τον νοιάζει μόνο πώς θ’ αποκτήσει πιο πολλά χρήματα με οποιοδήποτε κόστος, άσχετα αν αυτό γυρίσει σαν μπούμεραγκ πάνω στο κεφάλι του. Δεν μπορεί να το καταλάβει, αφού δεν βάζει το μυαλό του να σκεφτεί μακροπρόθεσμα και να δει τον κόσμο με οικουμενική ματιά. Αυτά είναι τα σημερινά προβλήματα του νεοέλληνα.
Ο άνθρωπος σήμερα τείνει ν’ απωλέσει την αξία ανθρώπου και γίνεται, όσο περνούν οι μέρες, πιόνι στα χέρια των κέντρων αποφάσεων, «για το καλό του», φυσικά, αλλά ερήμην του. Ερήμην, αυτή είναι η λέξη που αντιπροσωπεύει και χαρακτηρίζει τον εικοστό πρώτο αιώνα. Παλιότερα, όχι πολύ παλιά, ο κόσμος αντιδρούσε, έβγαινε στους δρόμους και διεκδικούσε το δίκιο του, όταν ένοιωθε ότι τον αδικούν. Πάλευε ενάντια στους αντεργατικούς νόμους, απεργούσε. Τώρα τι απεργία να κάνει, τη στιγμή που δεν έχει δουλειά;
Τώρα ποιος να υψώσει τη φωνή του και για ποιο πράγμα; Αφού τον έχουν πείσει ότι το σωστό είναι αυτό που πράττουν οι κυβερνώντες, κι ότι όσο κι αν είναι επώδυνο γι’ αυτόν, δεν υπάρχει άλλη λύση.

Πρέπει λοιπόν να σκύψει το κεφάλι και να περιμένει να έρθουν καλύτερες μέρες. Μόνο που αυτές αργούν πολύ και στο τέλος του μένει η συνήθεια να περπατά με σκυμμένο κεφάλι, υπακούοντας στα κελεύσματα και τις υποδείξεις άνευ αντιλογίας.
Κάθε βράδυ οι «αναλυτές» δημοσιογράφοι των ειδήσεων, (οι καλοπληρωμένοι προπαγανδιστές της παραπληροφόρησης, που έχουν σπουδάσει το αντικείμενο της δουλειάς τους πολύ καλά), προσπαθούν να μας πείσουν να δεχτούμε αγόγγυστα τα κάθε λογής μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση.
«Ναι, το καταλαβαίνουμε ότι αυτό το μέτρο είναι σκληρό, αλλά είναι αναγκαίο. Εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχει άλλη λύση», θ’ ακούσεις συνήθως να λένε.
Φυσικά κανείς δεν θα καθίσει να μας πει γιατί φτάσαμε ως εδώ. Αυτό θέλει σκέψη, κι αυτοί είναι πολέμιοί της. Κανείς δεν τιμωρήθηκε ούτε πρόκειται να τιμωρηθεί, όσα χρήματα του δημοσίου κι αν καταχραστεί, για όσα χρήματα έχει βγάλει στο εξωτερικό, ούτε θα του ζητηθεί να δικαιολογήσει την απόκτησή τους.
Και δυστυχώς, αυτούς τους ανθρώπους μας πείθει η πανταχού παρούσα τηλεόραση να τους ψηφίσουμε για να μας κυβερνήσουν και να μας σώσουν. Κανείς δεν τιμωρήθηκε για τις μίζες που πήρε από Γερμανική εταιρία, ούτε από γνωστή φαρμακευτική, σε βάρος του δημοσίου, δηλαδή της τσέπης μας.

Τηλεοπτικό κανάλι που χρωστούσε στο ΙΚΑ περίπου μισό δις, ξαναβγήκε στον αέρα κι εκπέμπει κανονικά χωρίς να πληρώσει ούτε ένα λεπτό. Το χρέος του χαρίστηκε. Ποιος φώναξε γι’ αυτό το καραμπινάτο σκάνδαλο; Ουδείς, δυστυχώς!
Εμείς απλά θ’ ανοίξουμε τους δέκτες μας για να καμαρώσουμε τους εμετικούς αναλυτές να μας διαβεβαιώνουν πως όλα πάνε καλά και πως έρχονται καλύτερες μέρες. Έχω βαρεθεί τόσα χρόνια ν’ ακούω το ίδιο βιολί, εσείς δεν έχετε;
«Η πικρότερη πείρα είναι να μην απορείς πια για την αδιανόητη σκληρότητα των ανθρώπων», γράφει η Ιωάννα Τσάτσου στο βιβλίο της «Φύλλα Κατοχής». Αλλάζω τη λέξη σκληρότητα με τη λέξη αδιαφορία, που είναι, πιστεύω, πιο οδυνηρή από αυτήν.
Ας καθίσουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο. Ας σκύψουμε στους μεγάλους Έλληνες ποιητές και συγγραφείς. Ας διαβάσουμε Μπρεχτ, Όργουελ και τόσους άλλους στοχαστές. Ας μάθουμε την ιστορία της πατρίδας μας στα παιδιά μας, αφού οι διδάσκοντες αδυνατούν να το καταφέρουν αυτό. Πόσο οικτρό είναι να συναντάς νέα παιδιά που δεν γνωρίζουν τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου.

Ας τους μάθουμε, όπως έκανε ο μέγας Κοραής, ότι εδώ, σ’ αυτά τα χώματα, γεννήθηκαν γίγαντες του πνεύματος και της τέχνης. Ότι εδώ φύτρωσε και θέριεψε η δημοκρατία. Ότι η γλώσσα μας, η Ελληνική, είναι η πιο άρτια του κόσμου. Δεν μας αξίζει ζοφερό μέλλον, τη στιγμή που κουβαλάμε στις πλάτες μας τέτοιο ένδοξο παρελθόν.
Ας βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει, πριν παραδώσουμε γην κι ύδωρ στους Μπογδανοπρωτοσάλτες, που κάνουν το μαύρο άσπρο και το αντίθετο.
«Αμφισβητήστε κι εμένα που σας ιστορώ», φωνάζει ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός. Τον ακούει κανείς;

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση