Μια Ελλάδα που χάθηκε

Δευτέρα, 31 Αύγουστος 2020 20:35 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Μ’ αρέσει να παρακολουθώ τις παλιές, ασπρόμαυρες Ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1950 κυρίως, για πολλούς λόγους. Δεν προσέχω τόσο το σενάριο και τις ερμηνείες των ηθοποιών, ούτε κρίνω τη σκηνοθεσία. Έτσι κι αλλιώς αυτοί οι άνθρωποι, από τον πιο ασήμαντο κομπάρσο, ως τους ηθοποιούς, τους τεχνικούς, τους εικονολήπτες, τους ηχολήπτες κι όλους, όσοι ασχολήθηκαν με το γύρισμα, ήταν ήρωες. Δούλευαν με ελάχιστα μέσα και χρήματα κι όμως το μεράκι και το πείσμα περίσσευαν.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια τιτάνια προσπάθεια που καταβάλει η Ελλάδα να επουλώσει τις πληγές του Εμφύλιου και να πάει μπροστά. Όσοι έμειναν και δεν ξενιτεύτηκαν, αγωνίστηκαν για ν’ αναστήσουν τούτο το λαβωμένο τόπο. Το φαινόμενο της αστυφιλίας άρχισε να παίρνει διαστάσεις, αφού στα χωριά οι νέοι δεν είχαν με τι ν’ ασχοληθούν.
Η Αθήνα άρχισε να τσιμεντοποιείται κι είδαμε να βασιλεύει η αντιπαροχή. Ο κόσμος που εξακολουθούσε να μένει στις αυλές, τι υπέροχος κόσμος, ήταν ενωμένος σαν γροθιά. Πόσες τέτοιες σκηνές δεν μας έχουν διασώσει αυτές οι ταινίες! Όταν ένας είχε κάποιο πρόβλημα, όλοι μαζί τον βοηθούσαν να το λύσει. Αν ήταν άρρωστος, έπασχαν μαζί του ώσπου να γίνει καλά. Αν ήταν οικονομικό το ζήτημα, όλοι προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για να ξεπεραστεί.

Αυτές τις συμπεριφορές εξαφάνισε η εμφάνιση των πολυκατοικιών και ακολούθησε η απομόνωση των κατοίκων, ο εγκλεισμός τους σε διαμερίσματα – κλουβιά και το χειρότερο, η αφοσίωση στο χαζοκούτι, την τηλεόραση, που σαν αδηφάγο τέρας εξαφάνιζε τον ελεύθερο χρόνο του και περιόριζε τις δημιουργικές του δραστηριότητες.
Παρακολουθώ αυτές τις ταινίες πιο πολύ σαν ντοκιμαντέρ, να γνωρίσω τη ζωή της Αθήνας εκείνα τα χρόνια. Πόσο γραφική και όμορφη που ήταν! Βλέπω τα επαγγέλματα που χάθηκαν, όπως τον γαλατά που πουλούσε το γάλα από σπίτι σε σπίτι κάθε πρωί. Τον κουβαλητή του πάγου για τα ξύλινα ψυγεία που είχαν τότε.
Τον νερουλά με το μουλάρι του, τον σαλεπιτζή που διαλαλούσε το ζεστό αφέψημα, τον αραμπατζή να μεταφέρει αποσκευές κυρίως. Τον παγωτατζή να σπρώχνει το τρίκυκλο πουλώντας χωνάκι παγωτό που είχε κατασκευάσει ο ίδιος. Τον πλανόδιο μανάβη με το γαϊδουράκι του φορτωμένο ζαρζαβατικά. Τον ψαρά με το τρίκυκλο να φωνάζει: «Πρωινός ο γαύρος!».

Βλέπω τα περιοδικά εκείνου του καιρού κρεμασμένα στα περίπτερα, όπως το Ρομάντζο, το Φαντάζιο, τον Ταχυδρόμο, τα Επίκαιρα, το Ελληνικό Τραγούδι….
Βλέπω τον κόσμο να καπνίζει Ελληνικά τσιγάρα όπως Άσσο, Σέρτικα Λαμίας, 22, Καρέλια άφιλτρο, Παπαστράτο, Άρωμα….

Βλέπω στα εμπορικά καταστήματα να υπάρχουν μόνο Ελληνικά προϊόντα. Στα υφασματοπωλεία δέσποζαν η «Πειραϊκή – Πατραϊκή» και οι «Μηναϊδης – Φωτιάδης». Στα καταστήματα τροφίμων τα πάντα ήταν Ελληνικά. Δεν θέλω να κάνω τη σύγκριση με το τώρα, γιατί με πιάνουν τα κλάματα.

Βλέπω τον κόσμο ν’ αγοράζει ψυγεία ΙΖΟΛΑ και φωτίζεται το πρόσωπό μου.
Βλέπω το αεροδρόμιο του Ελληνικού και τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής, τα δικά μας αεροπλάνα να προσγειώνονται και ν’ απογειώνονται συνεχώς. Πού πήγε η Ολυμπιακή; Ποιος την πούλησε, ποιος την ρήμαξε; Θα πληρώσει ποτέ κανείς γι’ αυτό το έγκλημα;
Βλέπω τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας με τα παλιά λεωφορεία. Ο εισπράκτορας στην πίσω πόρτα να κόβει εισιτήρια και να φωνάζει συνέχεια: «Προχωρείτε εμπρός, παρακαλώ!».
Βλέπω το τραμ στον Πειραιά. Βλέπω τα πλοία να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν εμπορεύματα κι ανθρώπους. Μετανάστες να ξεσπιτώνονται για την Αμερική με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

Βλέπω τα προσφυγικά στην Καισαριανή κι αλλού, που τόσοι ξεσπιτωμένοι βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας. Βλέπω τους μάγκες και τα κουτσαβάκια, αλλά και τους πρώτους ρεμπέτες στα απαγορευμένα στέκια τους, (το μπουζούκι είχε απαγορευτεί), κι ακούω μοναδικά τραγούδια που αντέχουν στο χρόνο.

Βλέπω στα παλιά καφενεία και κουτουκάκια να συνομιλούν οι παρέες των θαμώνων μεταξύ τους. Σ’ αυτά δεν υπήρχαν άγνωστοι, όλοι μια παρέα γίνονταν. Βλέπω τα παντοπωλεία της γειτονιάς να έχουν τα πάντα. Καταστήματα με προσωπικότητα, κι όχι απρόσωπα όπως σήμερα, παραρτήματα διεθνών αλυσίδων.

Ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε Ελληνικά και πετάω από τη χαρά μου. Πουθενά δεν θ’ ακούσεις μια ξένη λέξη, κι αν το κάνουν, γίνεται για σατιρικούς λόγους, για να στηλιτεύσουν δηλαδή την ξενομανία κάποιων ανεγκέφαλων.

Βλέπω τους ανθρώπους να περπατάνε με το μέτωπο ψηλά, κι όχι σκυμμένοι στα κινητά τους, να χαιρετιούνται, είτε με το σήκωμα του καπέλου, είτε με χειραψία. Λένε καλημέρα στον περαστικό, ακόμα κι αν δεν τον γνωρίζουν. Μια κοινωνία ζωντανή που θέλει να ρουφήξει τη ζωή ως το μεδούλι. Μην προσπαθήσετε να κάνετε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα, δεν χρειάζεται, αφήστε το…

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση