Σήμερα, καθώς περπατούσα στο κέντρο της πόλης μας, είδα να περνάει δίπλα μου μια πενηντάχρονη περίπου γυναίκα, φορώντας το χαρακτηριστικό μαντίλι, που καλύπτει το κεφάλι κι αφήνει ελεύθερα μόνο τα μάτια ως το σαγόνι, την μπούργκα, δηλωτικό ότι ήταν μουσουλμάνα το θρήσκευμα. Η μικρή της κόρη την ακολουθούσε χωρίς μπούργκα.
Ήθελα να την σταματήσω και να της πω ότι η αμφίεσή της με προσβάλει σαν Έλληνα και σαν άνθρωπο, αλλά δεν το έκανα. Δεν με πείραξε το ότι πίστευε στη θρησκεία που ίδρυσε ο Μωάμεθ, όχι, καθόλου. Με πείραξε που το έδειχνε, και μάλιστα επιδεικτικά.
Φορώντας αυτό το ακαλαίσθητο μαντίλι, «φώναζε» από μακριά ότι είναι μουσουλμάνα, κι αυτό αντιβαίνει στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων, και πιο πολύ των Σπαρτιατών. Είμαστε λαός ανεξίθρησκος, δεν μας νοιάζει σε ποια θρησκεία πιστεύει ο άλλος, όλοι άνθρωποι είμαστε εξάλλου. Είμαστε λαός που επιβίωσε τετρακόσια χρόνια με τους Τούρκους, χωρίς θρησκευτικά προβλήματα και προστριβές.
Είμαστε Σπαρτιάτες, που θεωρούσαμε την γυναίκα ισότιμη με τον άντρα, και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερη. Η Σπαρτιάτισσα μάνα έδινε την ασπίδα στο γιο της, όταν κινούσε για την μάχη, λέγοντάς του: «Ή με αυτήν, ή πάνω σ’ αυτήν». Οι γυναίκες κυκλοφορούσαν ημίγυμνες, φορώντας μόνο ένα σχιστό κομμάτι ύφασμα, οι γνωστές φαινομηρίδες, χωρίς κανένας να ενοχλείται.
Η γυναίκα αυτή με την μπούργκα, πρόσβαλε την αισθητική μου, την ιστορία μου, τις αντιλήψεις μου περί ελευθερίας, και τον τόπο μου. Κανένας δεν της απαγόρευσε να πιστεύει ότι πιστεύει. Γιατί λοιπόν μας προκαλεί; Γιατί νομίζει ότι ακόμα ζει στη χώρα της;
Δηλαδή τι θα γινόταν, αν κυκλοφορούσε χωρίς την μπούργκα; Θα διέπραττε θανάσιμο αμάρτημα; Μα τότε, καλά θα κάνει να ξαναπάει στη χώρα της, να κυκλοφορεί μόνο με τη συντροφιά του συζύγου της, να τρώει ξύλο από αυτόν, ευλογημένο μάλιστα, τη στιγμή που το Κοράνιο το επιτρέπει.
Είμαι ο μόνος που έχει φωνάξει πως : «Κάθε ξένο που διώχνουμε από τη χώρα μας, μια μαχαιριά χτυπάμε στην πλάτη της Ελλάδας», κι εξακολουθώ να το φωνάζω. Είμαστε ανεκτικός και φιλόξενος λαός. Υποδεχόμαστε όλους τους πρόσφυγες με αγάπη, κι από το υστέρημά μας τους φροντίζουμε, κάνοντας το ένα πιάτο δύο πολλές φορές. Αυτή είναι η παιδεία μας κι ο πολιτισμός μας!
Όμως δεν ανεχόμαστε να μας κάθονται στο σβέρκο. Να μας επιβάλλουν, άτυπα στην αρχή, αλλά ποιος ξέρει τι θα μηχανευτούν στο μέλλον, τις συνήθειές τους. Ρώτησα τον Αλί, τον Πακιστανό, όταν μαζεύαμε ελιές, πόσα αδέρφια είναι. Μου απάντησε τρία. Τον ξαναρώτησα, αγόρια ή κορίτσια; Μου είπε πως είχαν και τρεις αδερφές. Όχι ότι τις υπολόγιζαν για ανθρώπους δηλαδή, ούτε περισσότερο σαν αδερφές.
Αυτά τα ήθη είναι ξένα σε μας, και καλά θα κάνουν οι συμπαθείς μουσουλμάνοι που ζουν στη χώρα μας να εναρμονιστούν με τα δικά μας, και να μη μας κοιτούν σαν εχθρούς, όταν μας βλέπουν να τρώμε χοιρινό σουβλάκι. Αν δεν τους αρέσουμε, δεν έχουν παρά να επιστρέψουν στη χώρα τους. Δεν τους κρατάμε με το ζόρι.
Ας πάνε, αν επιθυμούν, στη Γαλλία, εκεί που οι νομοθέτες απαγόρευσαν ρητά και κατηγορηματικά στις γυναίκες να κυκλοφορούν με μπούργκα. Οι δικοί μας νομοθέτες πότε θα εναρμονιστούν μ’ αυτούς;
Αυτός ο ευλογημένος τόπος που λέγεται Ελλάδα, έχει μάθει να φωτίζεται από έναν ελεύθερο ήλιο, να σφυρίζει ελεύθερα τραγούδια, να χορεύει και να γλεντά σαν Έλληνας, και σε καμμία περίπτωση δεν κουκουλώνεται με μπούργκες!
Η μπούργκα
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




