Πλεχτά τερλίκια

Τετάρτη, 27 Μάρτιος 2019 20:45 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Η κυρά Ρόζα έπλεκε τερλίκια. Οι μακριές βελόνες στα ροζιασμένα χέρια της έκαναν θαύματα. Οι πολύχρωμες κλωστές γίνονταν λουλούδια, πουλιά, καραβάκια, σπιτάκια και στολίδια στριφογυριστά.
Χρυσοχέρα η Ρόζα από τα νιάτα της. Το 1940 την βρήκε δεκάχρονη να πλέκει κάλτσες για το μέτωπο της Αλβανίας. Ντρεπόταν μάλιστα να γράψει το όνομά της στα δεματάκια που έστελνε στους στρατιώτες, γιατί ήταν πολύ μικρή, άγουρη για έρωτες και παντρειές, όπως έκαναντα ανύπαντρα κορίτσια της περιοχής.
«Ανώνυμε στρατιώτη, σας ασπάζομαι την δεξιάν, κι ευελπιστώ όπως μετά το πέρας του πολέμου συναντηθώμεν εκ του πλησίον», αντέγραφαν από τις εφημερίδες, κι ονειρεύονταν πως ο παραλήπτης των πλεκτών καλτσών, γαντιών και σκούφων, θα κινούσε γη και ουρανό για να τις βρει, όταν θα επέστρεφε δαφνοστεφανωμένος νικητής, να τις ζητήσει σε γάμο.
Θύματα του ξεριζωμένου Πόντου οι γονείς της, οι Τούρκοι κατάστρεψαν το χωριό τους το Βατούμ, το1916, βρήκαν καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Έφτιαξαν μια παράγκα με καδρόνια, τενεκέδες, χαρτόκουτα κι ότι άλλο έπεσε στα χέρια τους, και σιγά – σιγά με σκληρή δουλειά και μεράκι, τις νύχτες έχτισαν το σπιτάκι τους στην Καλαμαριά, κρατώντας τσίλιες μην έρθουν χωροφύλακες.
Οι φωνές των εγγονών της, της Αργυρώς και του Λευτέρη δεν την εκνεύριζαν, κι ας είχε πατήσει τα ενενήντα, αλλά την έκαναν να νοιώθει ευτυχισμένη δίπλα τους. Σε λίγο θα τα έπαιρνε η μάνα τους, η νύφη της Θοδώρα, που δούλευε τετράωρο στην υπεραγορά του Μαρκετίδη για διακόσια σαράντα Ευρώ τον μήνα.
Πού να τ’ αφήσει, από τις πέντε ως τις εννιά που είχε βάρδια σήμερα; Δεν υπάρχουν τούτη την ώρα ανοιχτοί παιδικοί σταθμοί, κι η πεθερά της ήταν η καλύτερη λύση. Η Ρόζα την ρώτησε τι βάρδια είχε αύριο, όταν ήρθε να τα πάρει, κι όταν άκουσε ότι ήταν πρωινή, αντέδρασε:
«Έχω λαϊκή αύριο, το ξέρεις. Βρες αλλού να τ’ αφήσεις»
«Άντε να πουλήσεις τέσσερα ζευγάρια, να βγάλεις είκοσι Ευρώ. Να στα δώσω εγώ», αντέτεινε αυτή, αλλά η Ρόζα ήταν ανυποχώρητη:
«Εσύ δουλεύεις για τα μισά κάθε μέρα. Πού θα βρεις να μου τα δώσεις; Μήπως τα κρατώ, όσα βγάζω; Σε σας δεν τα δίνω; Γι’ αυτές τις ψυχούλες δεν στραβώνομαι;», της είπε κι έδειξε τα εγγονάκια της.
Νάτην λοιπόν στημένη στη λαϊκή, ανάμεσα στον Κώστα με τις αγκινάρες και τον Δημήτρη με τις ντομάτες και τ’ αγγουράκια, όρθια στον ήλιο, να κρατά ένα ζευγάρι τερλίκια στο χέρι, και να διαλαλεί το εμπόρευμά της με περηφάνια, ενώ στα πόδια της ήταν ένα χαρτόκουτο, που είχε ακουμπήσει δυο ζευγάρια:
«Πλεχτά τερλίκια, ζεστά και όμορφα! Όλα στο χέρι, ελάτε, ζεστά τερλίκια!»
Την πρώτη ώρα δεν πούλησε κανένα. Πολλοί κοντοστάθηκαν, έριξαν μια καχύποπτη ματιά, κάποιος μάλιστα τη ρώτησε αν τα έχει πλέξει αυτή, αλλά κανείς δεν προθυμοποιήθηκε να διαθέσει ένα δεκάευρο για να τα πάρει.
Η Ρούλα με το πληθωρικό στήθος, που δεν ντρεπόταν καθόλου να το επιδεικνύει από το ανοιχτό ντεκολτέ, και τα κατακόκκινα βαμμένα χείλη, ήταν η πρώτη πελάτισσα. Έβγαλε την ψηλή της γόβα, χωρίς να νοιώσει ενοχές για το μίνι που ανέβηκε πολύ ψηλά στην προσπάθειά της αυτή, πήρε αυτά με τις κεντημένες πεταλούδες, τα φόρεσε, έδειξε ότι της άρεσαν, και τα αγόρασε.
Η Ρόζα έσυρε στο κούτελό της το χαρτονόμισμα, «Καλό σεφτέ», μουρμούρισε, και συνέχισε να διαλαλεί το εμπόρευμα των χεριών της. Δεν πρόσεξε τους δύο βλοσυρούς ένστολους που πλησίασαν τον πάγκο του Δημήτρη, και κοιτούσαν με θαυμασμό τις κατακόκκινες ντομάτες, αγνοώντας ότι για να πάρουν αυτό το μέγεθος και το χρώμα, είχαν βοηθήσει πολύ οι κατά βάση καρκινογόνες ορμόνες που τις είχε ταΐσει ο Δημήτρης. Αυτός, χωρίς να του πουν τίποτα, έβαλε σε μια πλαστική σακούλα κάμποσες και τις πρόσφερε στον ψηλό, αυτόν με τα σχεδόν αλλήθωρα μάτια, κλείνοντάς του το μάτι:
«Καλοφάγωτες, λεβέντες!»
Εκείνος είπε από μέσα του μισό ευχαριστώ, κι απευθύνθηκε στην κυρά Ρόζα, που τους κοιτούσε αμίλητη:
«Την άδειά σας, παρακαλώ, κυρία μου!»
Εκείνη τον κοίταξε καλά, χαμογέλασε και τον ρώτησε:
«Τι είπες, γιε μου;»
Εκείνος έγινε πιο βλοσυρός:
«Ακούσατε πολύ καλά τι σας είπα. Την άδειά σας ζήτησα», της απάντησε ξερά, χωρίς να κινηθεί από τη θέση του.
Εκείνη έδειχνε απορημένη, κι ο Κώστας από δίπλα έβαλε δέκα αγκινάρες σε μια σακούλα και του πρόσφερε τη σακούλα.
«Δεν τη γνωρίζετε την κυρά Ρόζα; Πλέκει η καημένη παντοφλίτσες, για να τα βγάλει πέρα. Τι να της κάνουν τα τριακόσια Ευρώ σύνταξη;»
Ο ένστολος όμως ήταν ανένδοτος:
«Δεν ρώτησα εσάς, κύριε. Πηγαίνετε στον πάγκο σας, κι αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου», τον έσπρωξε κι απαξίωσε την σακούλα.
Ο συνάδελφος ήρθε δίπλα, κάτι πήγε να ψιθυρίσει, αλλά αυτός τον έκοψε άγαρμπα:
«Ο νόμος είναι ίδιος για όλους. Δεν κάνουμε διακρίσεις στη δουλειά μας, κύριε συνάδελφε».
Έπειτα στράφηκε στη Ρόζα και της ζήτησε να τους ακολουθήσει. Μάζεψε από κάτω το χαρτόκουτο, αυτό θα χρησίμευε σαν πειστήριο του εγκλήματος, έπιασε την ενενηντάχρονη από το μπράτσο, και την οδήγησε στο περιπολικό. Αυτή τους ακολούθησε χωρίς να φέρει αντίσταση, μόνο μουρμούριζε στη διαδρομή:
«Σιγά παιδάκι μου, μάνα δεν έχεις εσύ;»
Αυτός δεν της έδωσε σημασία. Την έσπρωξε να καθίσει στο πίσω κάθισμα, πάτησε το κουμπί να πέσουν οι ασφάλειες, κι έβαλε μπρος, με τον άλλον να μουρμουρίζει συνέχεια. Κάποια στιγμή εκνευρίστηκε:
«Δεν μου λες, με ποιον είσαι; Με τον νόμο, ή τους παρανόμους; Με την τάξη, ή την αταξία; Ξέχασες μήπως τις διαταγές που πήραμε από τον διοικητή; Να συλλάβουμε όποιον δεν έχει άδεια. Λοιπόν πού το βρίσκεις το άσχημο;»
Εκείνος τον στραβοκοίταξε και του απάντησε:
«Παπαχριστόπουλε, με αυτή τη σύλληψη περιμένεις προαγωγή;»
Δεν του απάντησε. Την ανέβασαν στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, όμως εκείνος απουσίαζε. Εκπροσωπούσε τον διοικητή στην τελετή βράβευσης των αποφοίτων του αμερικανικού κολλεγίου, ο οποίος είχε μεταβεί στο κέντρο Μακεδονικών σπουδών, ν’ ακούσει την ομιλία της προϊσταμένης του υπουργούπροστασίας του πολίτη, στους εκπρόσωπους της ομογένειας.
Ο γραμματέας του σήκωσε τα πρεσβυωπικά του γυαλιά, κοίταξε μια τον Παπαχριστόπουλο, μια την γερόντισσα, και του ζήτησε να του εξηγήσει. Αυτός άρχισε να εξιστορεί με το νι και με το σίγμα τα γεγονότα, ενώ ο συνάδελφός του κοιτούσε το ταβάνι.
«Σας την παραδίδω, κύριε Κεφαλίδη, να εφαρμόσετε το νόμο», του είπε τελειώνοντας.
Εκείνος του έριξε μια βαριεστημένη ματιά, μάσησε ένα μάλιστα, κι άρχισε να συντάσσει την αναφορά του περιστατικού. Η Ρόζα τόσην ώρα στεκόταν όρθια και τους κοιτούσε αμήχανη. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι βίωνε αυτή την περιπέτεια. Τέτοια περιστατικά έβλεπε στις ταινίες, αλλά με τίποτα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα συνέβαινε και σ’ αυτήν.
«Ένα ποτήρι νερό, βρε καλόπαιδα», τους είπε μια στιγμή, κι ο γραμματέας της απάντησε ότι λυπάται, αλλά ο ψύκτης είναι χαλασμένος.
Όταν τελείωσε την αναγραφή του συμβάντος, της ζήτησε να υπογράψει, κι αυτή με τρεμάμενα χέρια το έκανε. Έπειτα έγνεψε στον Παπαχριστόπουλο να της πάρει δακτυλικά αποτυπώματα, και στη συνέχεια να την φωτογραφήσει.
«Εφαρμόστε τον νόμο, κύριε συνάδελφε», του είπε χαρακτηριστικά, κι από μέσα του ήθελε να του ρίξει καμιά χριστοπαναγία.
Εκείνος την οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί βούτηξε τον δείκτη του δεξιού της χεριού σε μαύρο, ειδικό μελάνι, και προσπαθούσε να το πιέσει στην λευκή σελίδα. Το δάχτυλο της Ρόζας όμως έτρεμε, με αποτέλεσμα να μην βγαίνει καθαρό αποτύπωμα, κι αυτός έχασε την υπομονή του:
«Σας παρακαλώ πολύ, συνεργαστείτε, έχουμε κι άλλες ασχολίες, δεν θα νυχτώσουμε σήμερα με σας!»
Εκείνη τον κοίταξε παραπονεμένη σαν να του έλεγε, «Είναι απαραίτητα όλα αυτά, γιε μου;», όμως αυτός δεν ήταν σε θέση να διαβάσει τα μάτια της. όταν κάποια στιγμή τα κατάφερε, κι αφού είχε μουντζουρώσει όλα του τα δάχτυλα, της απήγγειλε την κατηγορία, και τη ρώτησε αν θέλει να ειδοποιήσει το δικηγόρο της. Αυτή απόρησε:
«Δικηγόρο; Και πού να βρωνα τον πληρώσω; Τριακόσια Ευρώ παίρνω, θέλω και δικηγόρο;»
Σε λίγο κατέφτασε η κόρη της, αλλά δεν την άφησαν να την δει. Την είχαν κλείσει στο κρατητήριο. Ο νόμος ήταν σαφής: Απαγορεύεται να έρθει σ’ επαφή με οποιονδήποτε, άνευ αδείας του διοικητή.
Είχε διαπράξει οικονομικό έγκλημα, διπλό μάλιστα. Από την μια δεν είχε άδεια για την λαϊκή αγορά, κι από την άλλη έκλεβε τον Ελληνικό δημόσιο, αφού πουλούσε τερλίκια, χωρίς να κόβει αποδείξεις. Σαν τέτοια την αντιμετώπισαν τα όργανα τήρησης των νόμων. Η ψυχή του Σοφοκλή αναστήθηκε κι έτρεμε από την οργή της:
«Ελεεινά και τρισάθλια ανθρωπάκια, είστε άραγε απόγονοίμας; Κρέοντες ιταμοί και ξεδιάντροποι! Δεν υπάρχει πουθενά μια Αντιγόνη σήμερα, να πιάσει τούτη τη γερόντισσα από το χέρι, να της ζητήσει συγγνώμη για την κατάσταση που την έχετε οδηγήσει, και να την αφήσει στο σπιτάκι και στο πλέξιμό της;
Τι πάθατε ρε φοβισμένα κοτόπουλα; Σας τρομοκράτησαν οι θεσμοί, αυτοί που σας καταδυναστεύουν και δεν βγάζετε μιλιά; Θα σταματήσουν να σας προσφέρουν τα αποφάγια τους, αν δουν στη λαϊκή την Ρόζα να πουλάει τερλίκια, χωρίς άδεια; Θα χαλάσει η έννομη τάξη από αυτό; Θα χαθεί το πρωτογενές πλεόνασμα, άλλο και τούτο πάλι, που περιμένουν οι πολιτικάντηδες, αν δεν κοπούν δυο αποδείξεις από την γερόντισσα;
Ψυχή δεν έχετε; Αίμα Ελληνικό δεν κυλά στις φλέβες σας; Εσείς θα πολεμήσετε, αν σας κηρύξουν πόλεμο;
Ποιος από σας θ’ αφήσει τον καναπέ του, για να τρέξει στα στενά των Θερμοπυλών, να υπερασπιστεί την ελευθερία; Να χαθείτε, άχρηστοι!»
Αυτά και πολλά άλλα βροντοφώναζε η ψυχή του Σοφοκλή, αλλά κανείς δεν την άκουγε.
Κόντευαν να περάσουν δώδεκα ώρες, από τη στιγμή που την συνέλαβαν, κι ακόμα η Ρόζα ήταν στο κρατητήριο, νηστική και διψασμένη.Έπρεπε να πάρει το μάθημά της. και μαζί μ’ αυτήν, όσοι τολμήσουν να κάνουν το ίδιο, να γνωρίζουν τι θ’ αντιμετωπίσουν.
Οι αστυνομικοί άλλαζαν βάρδια, αλλά κανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να εφαρμοστεί ο νόμος, κι αυτοί να πάνε στο σπιτάκι τους, στη λήξη της βάρδιας. Να υπακούν στις διαταγές των ανωτέρων τους, για ν’ αποκτήσουν μια σαρδέλα παραπάνω.
Τελικά, κάποιος την θυμήθηκε. Την έβαλε να υπογράψει το κατηγορητήριο, την πληροφόρησε πως ο νόμος ορίζει πρόστιμο γι’ αυτή την παράβαση, το έκοψε ενώπιόν της, διακόσια Ευρώ έπρεπε να πληρώσει η καημένη γι’ αυτή της την αποκοτιά, και την άφησε να πάει στο σπίτι της, βέβαιος ων ότι έκανε μια καλή πράξη, τρομάρα του!
Η Ρόζα επέστρεψε εξαντλημένη, χωρίς να βγάλει μιλιά. Περήφανος λαός οι Πόντιοι, δεν θα τους δεις ποτέ να κλαίνε μπροστά σε κόσμο. Στην Τσιμισκή διάβασε σ’ ένα περίπτερο στα πρωτοσέλιδα των κρεμασμένων εφημερίδων, ότι οι θεσμοί δεν επέτρεψαν την εκταμίευση ενός δισεκατομμυρίου Ευρώ προς τη χώρα μας, γιατί η κυβέρνηση δεν τους έπεισε για τις προθέσεις της να εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο.
«Λες να έφταιξα κι εγώ γι’ αυτό;», μουρμούρισε, και συνέχισε τον μονόλογό της:
«Βέβαια, μας έχουν βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι, και χαμογελάμε κι από πάνω. Φτάνει που έχουμε ένα παπούτσι τουλάχιστον. Και δεν ακούς τίποτα άλλο από το =υπάρχουν και χειρότερα=. Κάποιοι μάλιστα λένε πως πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι που μας προσφέρουν κι αυτά τα λίγα»
Το βράδυ ονειρευόταν τα νιάτα της, και τα όνειρα που είχε κάνει όταν ήταν παιδί. Να ζήσει ευτυχισμένη μια ήρεμη ζωή, και να μπορεί να τα φέρνει βόλτα με αξιοπρέπεια, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να χτυπήσει την πόρτα κανενός. Γι’ αυτό έπλεκε τερλίκια. Για την περηφάνιά της, που προσπάθησαν να την τσαλακώσουν τα καλόπαιδα του νόμου!

Αφιερωμένο στην ευθιξία κι ευαισθησία που επέδειξε η υπουργός Προστασίας του πολίτη. Περί παραιτήσεως, ουδείς λόγος!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση