Πώς λιγοστεύουν οι καλοί άνθρωποι στην «μικρή μας πόλη!». Έτσι αποκαλούσε τη Σπάρτη, την πατρίδα του, ο Δημήτρης Πετσετίδης. Έφυγε ξαφνικά και μας άφησε ένα μεγάλο, δυσαναπλήρωτο κενό. Σεμνός, με ήρεμες εκφράσεις και μετρημένα λόγια, λιγόλογος σαν Λάκωνας, αλλά με μεστό λόγο, χωρίς περιττά στολίδια.
Όλοι τον βλέπαμε να περιφέρεται στους δρόμους της αγαπημένης του πόλης, που της έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος στα γραφτά του, μ’ ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα στο χέρι. Ποτέ δεν είχε αρνηθεί τη βοήθειά του, σ’ όποιον την είχε ζητήσει, την οποία και προσέφερε αφιλοκερδώς.
Πρώτιστο καθήκον μου είναι ν’ αναφερθώ στον άνθρωπο, κι ύστερα στον συγγραφέα, αφού είχα την τιμή να τον γνωρίσω και να ωφεληθώ τα μέγιστα από τις πολύτιμες συγγραφικές του συμβουλές. Σ’ αυτό τον τομέα υπήρξα μαθητής του. Είχε σκύψει πολλές φορές στα πρώτα μου γραφτά, και με ιώβεια υπομονή τα διόρθωνε, έχοντας μια ευγένεια μοναδική. Δεν ήθελε να με προσβάλει, αλλά μου έδινε να καταλάβω, πως αυτή η πρόταση θέλει διόρθωση.
«Δεν αρκεί να υπάρχει νερό που κυλά», μου τόνιζε, «πρέπει να το βάλεις στο αυλάκι να μη χάνεται».
Ο Δημήτρης ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Η ήρεμη δύναμη στη λογοτεχνία. Το έργο του είναι ποτισμένο από την αγάπη στον απλό άνθρωπο, στον περαστικό, στον απελπισμένο, στο μελλοθάνατο, στον άνθρωπο που βρίσκει τη δύναμη να συγχωρεί.
Τον διακατείχε μια εσωτερική αγωνία, αυτή που «κραύγαζε» στα διηγήματά του. Μου έδινε την εντύπωση ότι κάτι τον βασανίζει, ότι ο κόσμος δεν είναι όπως έπρεπε να είναι, και πως ήταν κι αυτός υπεύθυνος γι’ αυτό. Η ευαισθησία του σε σκλάβωνε.
Μπορούσε να γράψει ένα διήγημα με το που θα έβλεπε μια ανοιχτή ή μια κλειστή πόρτα, ένα λουλούδι σ’ ένα παράθυρο, έναν περαστικό με περίεργο βάδισμα, έναν πλανόδιο πωλητή, μια όμορφη γυναίκα με διαπεραστική ματιά, ένα ανθισμένο δέντρο, και πολλά άλλα. Η φαντασία του ήταν αστείρευτη και μοναδική.
Έγραφε γρήγορα, αλλά του έπαιρνε πολύ χρόνο για να «χτενίσει» το κείμενό του. Το ήθελε αψεγάδιαστο, σαν τα ποιήματα του Καβάφη, που τα λάτρευε. Δεν του άρεσαν, όπως προείπα, τα στολίδια και κοσμητικά επίθετα, που τα θεωρούσε περιττά.
Δεν επιθυμούσε, ούτε κυνήγησε τις διακρίσεις. Θεωρούσε πως ο κόσμος πρέπει να τον κρίνει από το έργο του, κι αν αυτό αξίζει, θα βρει το δρόμο του. Άφηνε τα πράγματα να εξελιχτούν, χωρίς να βιάζει καταστάσεις. Και να που η αναγνώριση ήρθε, με τη βράβευση από την Ακαδημία της Αθήνας για την προσφορά του στα Ελληνικά γράμματα το 2011, μια τιμή που δεν δίνεται, αν δεν την αξίζεις πραγματικά!
Πέρα από αυτό όμως, ο Δημήτρης έχει αναγνωριστεί στις καρδιές μας σαν συγγραφέας, αλλά και σαν δάσκαλος, φίλος και καλός συντοπίτης.
Αγαπημένε μου δάσκαλε και φίλε: Εκεί που είσαι τώρα, είμαι σίγουρος πως θα βρεις αρκετούς για να παίξετε σκάκι, που τόσο αγαπούσες. Κι αν δεν βρεις, μην ανησυχείς. Έχεις δημιουργήσει τόσους ήρωες, που θα σε συντροφεύουν, όπως ο Σαμπατές, ο μασκαράς, ο Μπονασπάρτης και τόσοι πολλοί άλλοι. Ξέρω πως από ψηλά θα συνεχίσεις να θαυμάζεις και να περιγράφεις την ομορφιά του κόσμου, που τόσο ξαφνικά κι αναπάντεχα άφησες. Καλό σου ταξίδι!
Δημήτρης Πετσετίδης!
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




