Θα μπορούσε να είναι θεατρικό έργο, δράμα και κωμωδία μαζί, ας πούμε το θέατρο του παραλόγου. Να γελάς, αλλά και να κλαις με το χάλι μας. Κι όμως είναι σκηνές από τη δημόσια ζωή μας, δυστυχώς!
Σκηνή πρώτη: Ο αρμόδιος υπουργός (από το πουθενά) ασφαλίσεων, που όση προσπάθεια κι αν καταβάλεις, δεν πρόκειται να τον συμπαθήσεις, με τον καινούργιο νόμο ανά χείρας να γυροφέρνει πρόεδρο και αρχηγούς κομμάτων, με τη συνοδεία τηλεοπτικών καμερών, και να τους ρωτάει σαν μικρό παιδί: «Είναι καλό;» (το νομοσχέδιο). Και περιμένει φυσικά να του απαντήσουν. Με λίγη φαντασία, καταλαβαίνει ο καθένας τι διημείφθη σ’ αυτές τις συναντήσεις.
Σκηνή δεύτερη: Ο ίδιος υπουργός με τον ίδιο νόμο παραμάσχαλα στην Ευρώπη, να χτυπά τις πόρτες των μεγάλων αφεντικών, του ΔΝΤ, της ΕΕ, κ.α, και να περιμένει πάλι να του απαντήσουν. Ένας απ’ όλους του απαντά, κάπως έτσι: «Καλό φαίνεται, νοικοκυρεμένη δουλειά, (νοικοκύρης ο κ. Κατρούγκαλος, ο υπουργός που θεσπίζει την ατιμωτική για κάθε εργαζόμενο σύνταξη των 384 Ευρώ, ας μη συνεχίσω), αλλά να δούμε και τα νούμερα, αν συμφωνούν, αν έχετε τη δυνατότητα να τα βγάλετε πέρα, αν…, αν…», μ’ άλλα λόγια, «Το έμαθες το μάθημά σου, Κατρούγκαλε, όχι σαν κάποιους άλλους. Μπράβο! Καλό παιδί! Θα πας μπροστά. Αρκεί να μην ξεχνάς ποιοι είναι τα πραγματικά αφεντικά»
Σκηνή Τρίτη: Η βουλή συνεδριάζει για να ψηφίσει κι αυτό το νομοσχέδιο. Εδώ χωράνε κάθε είδους επεισόδια κι εξαιρετικοί διάλογοι. Για γέλια και για κλάματα. Φανταστείτε ότι θέλετε. Πάντως, με τη δική μου ματιά, βλέπω τους κυβερνητικούς βουλευτές σαν άσπρα πρόβατα, που βόσκουν αμέριμνα στο μαντρί που λέγεται δημόσιος κορβανάς, και τους υπολοίπους σαν μαύρα πρόβατα, που έχουν βγει έξω από το μαντρί και, παρόλο που υπάρχει χορτάρι άφθονο γι’ αυτούς, εκείνοι να κάνουν τα πάντα για να ξαναμπούν στο κυβερνητικό μαντρί. Φαίνεται πως το χορτάρι του είναι Α ποιότητας και χορταστικό.
Κάθομαι και διερωτώμαι, κι άκρη δε βρίσκω, κι ούτε φως πια βλέπω. Ως πού θα φτάσει η ξεφτίλα μας; φωνάζω. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Μα καλά, τι μας έχουν ποτίσει και συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε πρόβατα; Το μόνο που μας νοιάζει είναι ο καναπές, το αραλίκι και η βολή μας. Γαμώτο, εμείς οι Έλληνες ποτέ δεν υπήρξαμε τέτοιος λαός. Πάντα στις δύσκολες στιγμές, καταφέρναμε όλοι μαζί να τις ξεπερνάμε και δίναμε μαθήματα ομοψυχίας, θάρρους και αυτοθυσίας σ’ όλο τον κόσμο. Τώρα, ντρέπομαι μόνο που το σκέφτομαι.
Μα καλά, δεν έχουμε καταλάβει τι συμβαίνει; Δεν μπορούμε ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας επιτέλους; Ως πότε οι ξένοι θ’ αλωνίζουν στη χώρα μας ανενόχλητοι; Ως πότε θα μας διοικεί η κυρία Ντέλια; Θα μας σφυρίζει όπως εκείνη γουστάρει, κι εμείς θα χορεύουμε στο σκοπό της; Χάθηκε η ευθιξία; Από τους τριακόσιους εκπροσώπους μας δεν υπάρχει ένας, έστω ένας, να παραιτηθεί; Πόσο χειρότερα μπορεί να γίνουν τα πράγματα; Σκεφτείτε τι παιδιά μεγαλώνουμε. Θα μας απαξιώσουν και θα έχουν δίκιο. Σκεφτείτε τους αγώνες των προγόνων μας. Στο βρόντο πήγαν; Δεν κυλά Ελληνικό αίμα στις φλέβες μας;
Τι άλλο να πω, δεν ξέρω. Μπορεί κάποιοι βολεμένοι ή απαίδευτοι να με νομίσουν ακροδεξιό, (ας γελάσω), αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει. Γράφω αυτό που πιστεύω, ανεπηρέαστος από τα παπαγαλάκια της τηλεόρασης κι από τους κυβερνητικούς κρετίνους, γράφω ελεύθερα, κι έτσι θα συνεχίσω! Αν κάνω λάθος, θα με κρίνει η ιστορία, όμως, πριν καταντήσουμε όλοι μας άβουλα πλάσματα, κατά πως θέλουν τα αφεντικά μας, θα χαρώ πολύ, μέλι θα φάω, να δω κάποια σημάδια αντίστασης στον ξεπεσμό και στην ξεφτίλα μας.
Να ξέρουν δηλαδή (τα αφεντικά), πως δεν είναι τσοπάνηδες σε μαντρί προβάτων, και πως αυτός ο λαός έχει μνήμες από το παρελθόν, έχει στις ρίζες του την ελευθερία και τη δημοκρατία. Την ανθρωπιά, τη συμπόνια και την αλληλεγγύη. Τη συγνώμη και την κατανόηση. Λέει καλημέρα στο γείτονα, πολεμά την αδικία, αγωνιά για τις επόμενες γενιές, πιστεύει σ’ ένα καλύτερο αύριο και αγωνίζεται γι’ αυτό, και τέλος, ποτέ δεν προδίδει τις αξίες του. Αυτές τον οδηγούν στη μακραίωνη ιστορία του. Δεν γεννηθήκαμε χτες! Αυτό, ας το καταλάβουν καλά οι δανειστές (τοκογλύφοι) μας.




