Η Μονεμβασιά μέσα από την αγέρωχη πένα του Φώτη Κόντογλου

90 χρόνια πριν: Ένα ταξίδι στον χρόνο και τη Μονεμβασιά του 1936 από το Αρχείο Φώτη Κόντογλου
Δευτέρα, 03 Αύγουστος 2026 10:33 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Μονεμβασιά μέσα από την αγέρωχη πένα του Φώτη Κόντογλου
Ο σπουδαίος λογοτέχνης και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου διέθετε το σπάνιο χάρισμα να «ζωντανεύει» τα τοπία με λέξεις, χρησιμοποιώντας την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος που έβαζε στα χρώματα των έργων του. Την περίοδο 1935-1936, μαγεμένος από την ιστορία και την τραχιά ομορφιά της Λακωνίας, περιηγήθηκε στον Νότο της Πελοποννήσου. 
   
Ανάμεσα στα ερημωμένα κάστρα που τον καθήλωσαν ήταν και ο επιβλητικός βράχος της Μονεμβασιάς. Μέσα από τα γραπτά του, μεταφερόμαστε σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή, ανακαλύπτοντας μια Μονεμβασιά άγρια, χειμωνιάτικη και μυστηριακή, παραδομένη στα στοιχεία της φύσης. Το παρακάτω δημοσίευμα από το Αρχείο Φώτη Κόντογλου και το απόσπασμα από το βιβλίο του «Ταξείδια», αποτελεί ένα συγκλονιστικό λογοτεχνικό οδοιπορικό στην αδάμαστη ψυχή αυτού του τόπου:
 
Ο Κόντογλου ένιωθε μια ακατανίκητη έλξη για τα παλιά κι ερημωμένα κάστρα, που φουντώνανε τη φαντασία του. Πολλές απ’ τις περιπλανήσεις του σ’ αυτά τις έχει καταγράψει και στο βιβλίο του «Ταξείδια» που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Ευ. Παπαδημητρίου». Ταξίδια κι εντυπώσεις απ’ όλη την Ελλάδα, από το Μυστρά μέχρι και την Κίμωλο. Δοσμένα με την τραχιά κι αγέρωχη γραφή του, με τις «βαρετές λεπτομέρειες και τους πλατειασμούς», για το σχέδιο ενός βουνού, για ένα κύμα, για τον καιρό, την όστρια ή τον βοριά, που όμως δίνουν στα κείμενά του αυτή τη μοναδική ζωντάνια, που δεν την βρίσκουμε πουθενά αλλού. Στολισμένα με τις απαράμιλλες ζωγραφιές και ξυλογραφίες του. 
 
Τον καιρό που δούλευε στο Μυστρά, το 1935-36, γύρισε όλη τη νότια Πελοπόννησο κι ανέβηκε σ’ όλα τα κάστρα της, που τα έχει ζωγραφίσει μάλιστα ένα προς ένα. Κι ανάμεσά τους κι η Μονεμβασιά. 
 
Η Μονεμβασιά του 1935, που δεν έχει φυσικά καμιά σχέση με τη Μονεμβασιά του σήμερα, που είναι ένας από τους πιο όμορφους και ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς – άσχετα αν στον ίδιο τον Κόντογλου σίγουρα θα άρεσε πολύ περισσότερο όπως ήταν τότε παρά όπως είναι τώρα. 
 
Η ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ
Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου 
«Ταξείδια, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας»
Εκδόσεις Ευ. Παπαδημητρίου
 
Αυτό το φοβερό κάστρο είναι ένα βραχοβούνι, είδος νησί, είδος χερσόνησο, που βρίσκεται ανάμεσα κάβο Γέρακα και κάβο Μαλιά, μέσα  σ’ έναν κόρφο ανοιχτόν σα δοξάρι. Το σχέδιο της χερσόνησος είναι σα βωδόγλωσσα κι έχει περιφέρεια ως ένα μίλι. Με τη μεγάλης στεριά τη δένει, σα να’ ναι κοτσάνι, ένα γιοφύρι, που σηκώνοντάς το η Μονεμβασιά γινότανε νησί. Για τούτο λέγεται και Μονεμβασία στ’ αρχαία, επειδή μπαίνει κανείς μόνο από ‘να μπάσιμο. Ολόκληρο τούτο το νησί απ’ τα θεμέλιά του είναι ένας βράχος μονοκόμματος, θεόρατος και τρομερός. Οι πλαγιές του ολοτρόγυρα είναι κοφτές από πάνου ως κάτου, σα να’ ναι πελεκημένες, ώστε να μην μπορεί κανένας να βάνει καν με το νου του πως μπορεί ν’ ανεβεί από πουθενά. Κει που χαμηλώνει πιότερο είναι κατά τη μύτη του κάβου.
   
Πολλά μίλια γύρω στη Μονεμβασιά βασιλεύει ερημιά. Οι αντικρινές στεριές είναι κατάξερες, δίχως δέντρο, δίχως φύλλο. Όσο φτάνει το μάτι δε φαίνεται τίποτα που να μαρτυρά πως υπάρχει άνθρωπος. Το μεγάλο βουνό που κατεβαίνει από πάνω από την Τσακωνιά, σωστά το λένε Μαλεβό, γιατί είναι μια ραχοκοκαλιά από βράχια ασβολερά, δίχως πράσινο κλαρί απάνω της και τελειώνει στη θάλασσα, σχεδιάζοντας το βουνό της Μονεμβασιάς κι άλλους ένα δυο κάβους κατά το Βοριά. Απάνω στη Μονεμβασιά δεν έχει σταλαματιά νερό φλεβίσιο. Στην πολιτεία πίνουνε βρόχινο, συνάζοντάς το στις στέρνες. 
   
Το χειμώνα σα φυσά χιονιάς για όστρια – σορόκος, πιάνει τον άνθρωπο αγριεμός μέσα στη Μονεμβασιά. Η θάλασσα καβατζάροντας τον κάβο Γέρακα και το Κρεμμύδι, φουσκώνει παρά φύση και μπουκάρει μέσα στον κόρφο, μελανιασμένη και παλαβή. Απανωδιαστές σπηλιάδες ξεπετιούνται απ’ τις στεριές και πηλαλάνε μέσα στο θολό πέλαγο, με μια γρηγοράδα δαιμονισμένη, σα να’ ναι μπουλούκια καβαλάρηδες, που τρέχουνε στον κάμπο για να χτυπηθούνε. 
  
Η Μονεμβασιά στέκεται στη μέση σαν κοιμισμένο θεριό, ακούνητη στα μπουρίνια που τη δέρνουνε, στ’ αστροπελέκια που την κονταρίζουνε μεσ’ απ’ τα γνέφια. Το σκοτάδι είναι σαν κατράμι, μ’ όλο που ο ήλιος βαστά ακόμα απάνω απ’ τα σύννεφα. Οι ανθρώποι τρυπώνουν στα παλιόσπιτα και πέφτουνε στα γιατάκια τους δίχως ν’ ανάψουνε φως. Ως και τα θεριόψαρα λαφάξανε ανάμεσα στις μαύρες πέτρες, στον πάτο του πελάγου. Απάνου στο γουλά ο δρόλαπας ξεριζώνει τις πέτρες απ΄ τα παλιά τειχιά και τις σφεντονίζει στις σκεπές. Οι θάλασσες βαράνε κατάστηθα το κάστρο και γιουργιάρουνε ντούναρβος μεσ’ απ’ τις μπουκαπόρτες, για απάνου απ’ τα μπιντένια, πλημμάροντας τα σοκάκια κι απέ τρέχουνε μέσα στις στέρνες και στα κατώγια. Από κάτ’ απ’ το χώμα είναι γαλερίες που δε μπαίνει άνθρωπος. Κει μέσα κείτουνται σκόρπια κόκκαλα από λογιώ λογιών έθνη, τούρκικα, ρωμαίϊκα, βενετσιάνικά. Ούλοι τούτοι στον καιρό τους αρπάξανε, ξεσκίσανε, δοξαστήκανε, ως που πήγανε και συχάσανε κει μέσα, καρτερώντας ν’ ακούσουνε την τρομπέτα της Δεύτερης Παρουσίας. Από πάνω οι ζωντανοί μηδέ συλλογιούνται τους πεθαμένους. Σάμπως κι αυτουνούς του νοιάζεται κανένας;  Μον’ ο Γεροχάροντας πάει και κατά κει για να συνάξει το χαράτζι του. Αυτός δε ξαστοχά ποτές και ξέρει ούλα τα μέρη, στεριά και πέλαγο.
 

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
Του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
Του Ηλία Μακρή

Πρόσφατα Νέα