Ακριβότερα στεγαστικά δάνεια ενδέχεται να αντιμετωπίσουν το επόμενο διάστημα όσοι σχεδιάζουν αγορά κατοικίας με τραπεζική χρηματοδότηση. Η άνοδος του κόστους χρήματος ασκεί πιέσεις στα σταθερά επιτόκια, που αποτέλεσαν βασικό κίνητρο για την επιστροφή των νοικοκυριών στον στεγαστικό δανεισμό.
Το ενδεχόμενο ανατιμήσεων ενισχύεται εάν επιβεβαιωθούν τα σενάρια νέας αύξησης του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έως το τέλος του έτους. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμολογήσεις των νέων δανείων, δοκιμάζοντας την ανάκαμψη μιας αγοράς που προηγήθηκε πολυετής συρρίκνωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, τα σταθερά επιτόκια ξεκινούν περίπου από 2,90% για τριετή διάρκεια σταθερής χρέωσης και φτάνουν έως περίπου 4,70% για 30 χρόνια, ενώ τα κυμαινόμενα κινούνται κοντά στο 4,50%. Ακόμη και μια αύξηση λίγων δεκάτων της ποσοστιαίας μονάδας μπορεί να επιβαρύνει τη μηνιαία δόση και να προσθέσει χιλιάδες ευρώ σε τόκους μέχρι την εξόφληση.
Η ανάκαμψη και τα εμπόδια
στην αγορά κατοικίας
Οι συμβάσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν τα 2,1 δισ. ευρώ στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, έναντι 1,1 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας αύξηση περίπου 91%. Στα ποσά περιλαμβάνονται και επαναδιαπραγματεύσεις ενήμερων δανείων, ύψους περίπου 300–400 εκατ. ευρώ. Οι νέες εκταμιεύσεις για το σύνολο του έτους εκτιμώνται στα 2,5–2,8 δισ. ευρώ.
Η πιθανή άνοδος των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει αυτή τη δυναμική. Μια υψηλότερη δόση μειώνει το ποσό που μπορεί να δανειστεί ένα νοικοκυριό με συγκεκριμένο εισόδημα, στρέφοντας υποψήφιους αγοραστές σε φθηνότερα ακίνητα ή στην αναβολή της αγοράς.
Ήδη, μόλις περίπου μία στις δέκα αγοραπωλησίες ακινήτων πραγματοποιείται με τραπεζικό δανεισμό. Οι αυξημένες τιμές κατοικιών, οι μισθοί που δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό και η περιορισμένη προσφορά δυσκολεύουν την πρόσβαση στην ιδιοκτησία. Ακόμη και νοικοκυριά που μπορούν να πληρώνουν μια δόση συχνά αδυνατούν να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη ίδια συμμετοχή.
Παρά τη φετινή άνοδο, οι εκταμιεύσεις απέχουν αισθητά από τα 15–16 δισ. ευρώ ετησίως της περιόδου 2006–2007. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών επέστρεψε σε θετικό έδαφος τον Νοέμβριο του 2025, για πρώτη φορά από τα μέσα του 2010.
Η συνέχιση της ανάκαμψης θα εξαρτηθεί και από την πορεία των επιτοκίων, σε μια αγορά όπου οι τιμές των ακινήτων και τα διαθέσιμα εισοδήματα έχουν ήδη περιορίσει τις δυνατότητες των αγοραστών.




