Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης
Υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες της Τέχνης που έχουν γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά τους στην Ιστορία. Ένας από αυτούς ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας ο Μάνος Χατζιδάκις, που γεννήθηκε πριν από 100 χρόνια στις 23 Οκτωβρίου 1925 και πέθανε στις 15 Ιουνίου 1994 έχοντας συνεισφέρει τα μέγιστα στον Ελληνικό Πολιτισμό.
Ο Χατζιδάκις ήταν από εκείνες τις μεγαλειώδεις προσωπικότητες που το έργο τους σφράγισε ανεξίτηλα όχι μόνο την εποχή τους αλλά και τα επόμενα χρόνια. Πραγματικά είναι πολύ δύσκολο να γίνει ένα αφιέρωμα σε μια τέτοια κολοσσιαία μορφή και το εύρος αυτού να κρατηθεί σε περιορισμένο επίπεδο.
O Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη και σε μικρή ηλικία μετακόμισε στην Αθήνα. Ο θάνατος του πατέρα του το 1938 τον υποχρέωσε να κάνει διάφορες δουλειές για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Τα πρώτα χρόνια της Κατοχής ξεκίνησε μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών και στη συνέχεια μαθήματα υποκριτικής στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν ο οποίος τον συμβούλεψε να μην ασχοληθεί με την υποκριτική. Την πρώτη εμφάνισή του ως συνθέτης την έκανε το 1944 υπογράφοντας τη μουσική στο θεατρικό έργο του Αλέξη Σολωμού «Ο τελευταίος ασπροκόρακας».
Γενικά ο Χατζιδάκις υπήρξε ένα φαινόμενο που το μέγεθός του δεν έχει εκτιμηθεί ακόμα σε ικανοποιητικό βαθμό. Το αστείρευτο ταλέντο του, η εργασιομανία του, η τελειομανία του και τα οράματά του τον ώθησαν στη δημιουργία ενός έργου που σημάδεψε τη χώρα μας. Ο αντικομφορμιστικός χαρακτήρας του και η, αν μη τι άλλο, θαρραλέα διατύπωση των απόψεών του αντιμετωπίστηκαν πολλές φορές με σκεπτικισμό και προκάλεσαν τον θυμό και την οργή πολλών (δήθεν) επαϊόντων της μουσικής. Λόγου χάριν, ο Χατζιδάκις επιτέθηκε στον τρόπο λειτουργίας των ωδείων και στην παρεχόμενη από αυτά παιδεία θεωρώντας ότι είναι παρωχημένη και οπισθοδρομική.
Ήταν θιασώτης της άποψης ότι η μουσική δεν χωρίζεται σε κατηγορίες αλλά το μόνο που μετράει είναι η ποιότητα. Στις 31-1-1949 υπερασπίστηκε το ρεμπέτικο στη μνημειώδη ομιλία του στο Θέατρο Τέχνης δίνοντάς του ισότιμη θέση με τη λόγια ευρωπαϊκή. Αγωνίστηκε με τους καλλιτεχνικούς συνοδοιπόρους του να δείξουν ότι το ρεμπέτικο δεν είναι απλώς ένα ακόμα μουσικό προϊόν αλλά μια πηγή αλήθειας που φέρνει μέσα της γνήσια ελληνικότητα. Άλλωστε στην περίφημη ομιλία του είχε δηλώσει ότι «το ρεμπέτικο σα φτάνει τα όρια της τελειότητας, θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία» και «παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνουμε καθαρά εκεί πάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του Βυζαντινού μέλους». Ισχυρίστηκε δε ότι «το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό». Ύστερα από αυτό ήταν απολύτως φυσιολογικό οι θέσεις του να προκαλέσουν σφοδρές αντιδράσεις σε μια υπερσυντηρητική Ελλάδα που σπαραζόταν από τον εμφύλιο πόλεμο. Από τότε έδειξε ότι δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να κονταροχτυπηθεί με μεγάλα και ισχυρά συμφέροντα για να προωθήσει τις απόψεις του. Γενικότερα προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του να αναδείξει την ελληνικότητα μέσα από το τρίπτυχο δημοτικό, λαϊκό και ρεμπέτικο.
Με τις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ο Χατζιδάκις εργάστηκε άοκνα για να δημιουργήσει μια μουσική ελληνική γλώσσα αντίστοιχη με αυτή που είχε διαμορφωθεί από τους λογοτέχνες, ποιητές και ζωγράφους στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας στην πατρίδα μας. Έχοντας ως μέντορες τους Σεφέρη, Ελύτη, Τσαρούχη, Χατζηκυριάκο, Πικιώνη, Μόραλη και, κυρίως, τον Γκάτσο αγωνίστηκε για να δημιουργήσει ένα μουσικό έργο εφάμιλλο αυτού των δασκάλων του κάτι που αναντιλέκτως πέτυχε.
Η πορεία του προς τη δόξα ήταν γρήγορη παρά τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα για την αποδοχή του και την αναγνωρισιμότητά του. Εντελώς ενδεικτικά για την απαράμιλλη αξία του, χάρη στην οποία απέφυγε δυσυπέρβλητα εμπόδια, είναι τα σχόλια του σπουδαίου μουσικολόγου και μουσικοκριτικού Φοίβου Ανωγειανάκη (1915-2003) που είχε γράψει «Ο Χατζιδάκις αγωνίστηκε να μην σπουδάσει και να μείνει αυτοδίδακτος. Ο Μάνος είναι το μεγάλο μουσικό ταλέντο της Ελλάδας! Είναι ακόμα και τώρα δυσεξήγητο πώς με τις γνώσεις που είχε, κατάφερε να γράψει ένα τόσο ώριμο έργο, όπως είναι το “Για μια μικρή λευκή αχιβάδα”.» Σημειωτέον ότι το έργο αυτό το έγραψε το 1946 σε ηλικία 21 ετών.
Αξιοπρόσεκτη ήταν η προσπάθειά του να τονίσει τη λαϊκότητα μελωδιών χωρίς τη χρήση μπουζουκιού αλλά προβάλλοντας τη μελωδία και το νόημα των στίχων αφού αυτό ήταν το πρωτεύον στοιχείο σύμφωνα με τις απόψεις του. Πίστευε ότι η χρήση του μπουζουκιού ως τεκμηρίου λαϊκότητας ήταν περιττή και ότι πρέπει να δίνεται έμφαση στην αληθινή ουσία ενός τραγουδιού.
Δείγμα της μεγαλοφυΐας του είναι ο απολύτως αρμονικός συνδυασμός στοιχείων από τέσσερις διαφορετικές παραδόσεις: την κρητική, τη δημοτική, τη λαϊκή και τη λόγια ποίηση. Απέδειξε με αυτόν ότι οι διαφορετικές μουσικές παραδόσεις μπορούν να συνδυαστούν επιτυχημένα και ταυτόχρονα να διατηρεί η καθεμία την ταυτότητά της. Γενικά η πρωτοτυπία των έργων του έγκειται στο ότι η λογιότητα συνυπάρχει με τη λαϊκότητα. Από τη λόγια δυτική μουσική λαμβάνει τη δεξιοτεχνία και τη θεωρητική γνώση ενώ από τη δημοτική και τη λαϊκή παίρνει τις μελωδίες και τους ρυθμούς.
Ο Χατζιδάκις ήταν ρηξικέλευθος και, όντας πάντοτε σε εγρήγορση, θεωρούσε ότι ο εφησυχασμός βλάπτει, κάτι που το απέδειξε με τη στάση ζωής του. Αν και οι πολιτικές του προτιμήσεις ήταν προς τη Δεξιά είχε δηλώσει ότι «Η Αριστερά οφείλει να περιέχει κάθε άνθρωπο με ανησυχίες. Κάθε άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται είναι αριστερός». Βάσει λοιπόν της δήλωσης αυτής δεν είναι λάθος να καταταχτεί το λαμπρό πνεύμα του και στην Αριστερά. Ήταν βαθύς γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, χωρίς ψευδαισθήσεις, αλλά διατηρούσε πάντα τον ρομαντισμό του διανοητή επαναστάτη και τασσόταν αναφανδόν υπέρ της δύναμης του πνεύματος και της καθημερινής ποίησης ως αντίδοτο σε κάθε απολυταρχία.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο έτερος γίγας και αναμορφωτής της Ελληνικής Μουσικής, ο Μίκης Θεοδωράκης, πέρα από την προσωπική σχέση με τον Χατζιδάκι, θαύμαζε απεριόριστα όχι μόνο τις εξαίσιες μελωδίες του αλλά και την τετράγωνη λογική του καθώς και τον τρόπο που σχολίαζε τις πολιτικές εξελίξεις. Εκπληκτική είναι η εξής δήλωση του Μίκη για τον Μάνο «Γιατί ο Χατζιδάκις δεν έγινε μεγάλος. Γεννήθηκε μεγάλος. Όταν μιλούσε, διατύπωνε τόσο άρτια, με τόσο άψογα ελληνικά και τόσο τέλεια τεκμηριωμένα, οτιδήποτε έθιγε, που σε έπειθε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν μια αυθεντία. Μια μοναδική περίπτωση ανθρώπου που σε καθήλωνε με ένα μόνο βλέμμα».
Δυστυχώς, τα αφιερώματα στον Χατζιδάκι για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του ήταν ελάχιστα λόγω των πνευματικών δικαιωμάτων και ο κόσμος έχασε την ευκαιρία να απολαύσει κάτι ανάλογο με τη μουσική του Μίκη που κατέκλυσε την Ελλάδα και πολλά σημεία του πλανήτη.




