Γράφει η Ειρήνη Χιώτη
Υπάρχουν επέτειοι που σε κάνουν να κοιτάζεις αριθμούς. Και υπάρχουν επέτειοι που σε κάνουν να κοιτάζεις πίσω, τους ανθρώπους.
Για μένα, τα τριάντα χρόνια του «Λακωνικού Τύπου» είναι κυρίως μια διαδρομή ανθρώπων. Και, πάνω απ' όλους, του πατέρα μου, του Ανδρέα Χιώτη.
Εκείνος δεν δημιούργησε απλώς μια εφημερίδα. Δημιούργησε μια σχέση εμπιστοσύνης με τη Λακωνία. Γνώριζε ανθρώπους από κάθε πολιτικό και κοινωνικό χώρο, άκουγε προσεκτικά, διαφωνούσε πολιτισμένα, σεβόταν τον συνομιλητή του και πίστευε ότι η δημοσιογραφία υπηρετεί πρώτα την κοινωνία.
Το καταλάβαινα από παιδί. Το κατάλαβα όμως ακόμη περισσότερο όταν έφυγε από τη ζωή.
Επέστρεψα τότε στη Σπάρτη, έχοντας αφήσει πίσω μου μια επαγγελματική πορεία στην Αθήνα, για να υπηρετήσω τη Λακωνία από μια θέση ευθύνης. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι σχεδόν έναν χρόνο μετά θα έπρεπε, μέσα στο πένθος, να αναλάβω και το βάρος της εφημερίδας.
Το πρωί στη δουλειά. Το απόγευμα και το βράδυ στον «Λακωνικό Τύπο». Ρεπορτάζ, διορθώσεις, αρχισυνταξία, αγωνία για το επόμενο φύλλο. Όχι γιατί πίστευα ότι μπορούσα να αντικαταστήσω τον πατέρα μου. Αυτό ήταν αδύνατο. Προσπαθούσα μόνο να μη σιγήσει η φωνή του.
Δεν ήταν εύκολα χρόνια. Υπήρξαν δυσκολίες, απογοητεύσεις, άνθρωποι που δεν στάθηκαν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που τους είχε δοθεί. Υπήρξαν στιγμές που πολλοί πίστεψαν πως η εφημερίδα δεν θα τα καταφέρει. Ότι θα κλείσει. Ότι θα πουληθεί. Όμως υπήρχε ένα χρέος που δεν μου επέτρεπε να εγκαταλείψω.
Δεν ήταν πείσμα.
Ήταν ευγνωμοσύνη.
Για όλα όσα είχε χτίσει ένας άνθρωπος που πίστευε στις σχέσεις, στην αξιοπρέπεια και στον διάλογο.
Θυμάμαι ακόμη μια ιστορία που άκουσα πολλά χρόνια αργότερα από έναν παλιό συνδικαλιστή της Κοκκινιάς, άνθρωπο της Αριστεράς. Όταν έμαθε ποια είμαι, μου είπε ότι είχε πάει κάποτε, έτοιμος για σύγκρουση, να συναντήσει τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, τον Ανδρέα Χιώτη. Περίμενε μια κλειστή πόρτα και έναν αντίπαλο. Αντί γι' αυτό, βρήκε μια πόρτα ορθάνοιχτη και έναν άνθρωπο που τον υποδέχθηκε με χαμόγελο, πρόθυμο να ακούσει και να συζητήσει.
«Ο Χιώτης», μου είπε γελώντας, «μας πήρε τα σώβρακα. Πήγαμε για πόλεμο και φύγαμε φίλοι.»
Ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη δύναμή του. Δεν τον ενδιέφερε να νικήσει τους ανθρώπους. Τον ενδιέφερε να τους κερδίσει.
Αυτόν τον τρόπο σκέψης κουβαλά ακόμη ο «Λακωνικός Τύπος». Γιατί οι εφημερίδες δεν είναι μόνο χαρτί και μελάνι. Είναι οι αξίες με τις οποίες γράφονται.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, νιώθω κυρίως ευγνωμοσύνη. Προς όλους όσοι στάθηκαν δίπλα στην εφημερίδα αυτά τα χρόνια. Προς τους συνεργάτες, τους αναγνώστες, τους φίλους της.
Και, φυσικά, προς τον άνθρωπο που μας έδειξε τον δρόμο.
Ελπίζω, όπου κι αν βρίσκεται, να αισθάνεται ότι κρατήσαμε την υπόσχεσή μας.
Να μην αφήσουμε ποτέ να σβήσει αυτό που εκείνος ξεκίνησε με τόση αγάπη.
Ο «Λακωνικός Τύπος» δεν ήταν ποτέ μόνο το έργο του πατέρα μου. Ήταν η παρακαταθήκη του. Και η μεγαλύτερη τιμή που μπορέσαμε να του κάνουμε ήταν να μην επιτρέψουμε να σβήσει.




