Του Γεωργίου Μπόνου
Το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας ιδρύθηκε το 1682 από τον Σεβαστό Κυμινήτη και λειτούργησε, χωρίς σχεδόν καμία διακοπή μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1817, τη διεύθυνσή του αναλαμβάνει ο Σάββας Τριανταφυλλίδης, ο οποίος επεδίωξε τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του.
Οι προσπάθειές του όμως για τη πρόσληψη περισσοτέρων δασκάλων και την ανέγερση ιδιόκτητου διδακτηρίου ανακόπτονται με τον θάνατό του το 1823. Τον διαδέχτηκε ο Θεόδωρος Ξενοφών στην διεύθυνση του Φροντιστηρίου, καθώς και άλλοι που δεν προσέφεραν άξια λόγου έργα μέχρι το 1840.
Το σχολείο διέθετε δύο μόνο τάξεις «ελληνικές» και το πρόγραμμα διδασκαλίας του είχε μαθήματα ελληνικής γλώσσας και θρησκευτικών. Τα άλλα εγκύκλια μαθήματα παραμελούνταν. Παρ’ όλα αυτά, οι απόφοιτοί του κατατάσσονταν στην μικρότερη τάξη στα Γυμνάσια των Αθηνών ως υπότροφοι της Κοινότητας.
Το 1842 αναλαμβάνει τη διεύθυνση ο Περικλής Τριανταφυλλίδης και μετά δύο χρόνια αναλαμβάνει ο Κων/νος Ξανθόπουλος, μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα όπου επί 4 χρόνια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο. Η περίοδος Ξανθόπουλου μέχρι το 1849 ήταν από τις πλέον γόνιμες.
Το σχολείο στεγάστηκε σε ιδιόκτητο Διδακτήριο το 1845 και οι τάξεις από τρεις έγιναν τέσσερις. Το 1849 ο Ξανθόπουλος φεύγει για ανώτερες σπουδές στη Γερμανία. Μετά την αναχώρησή του Ξανθόπουλου στο σχολείο ξεσπά κρίση με αλλεπάλληλες αλλαγές στη διεύθυνση. Η κρίση αυτή οφειλόταν και σε πολιτικά αίτια.
Την εποχή αυτή, η οικονομική κατάσταση και οι κοινωνικές και πολιτικές αναστατώσεις στην κοινότητα πήραν διαστάσεις. Τα νέα πρόσωπα στην περιοχή του Πόντου, γράφει σχολιαστής της εποχής, διαφοροποιούνται και προκαλούνται αιτίες με έντονες συγκρούσεις στους κόλπους της κοινότητος.
Τα νέα πρόσωπα είναι εκείνα που διαμορφώνουν τη μέση αστική τάξη που αναζητεί ρόλο και μερίδιο εξουσίας στα κοινοτικά πράγματα. Η κρίση ήταν τόσο σοβαρή, συνεχίζει ο σχολιαστής που διακόπτεται και η λειτουργία του Σχολείου. Καταλαμβάνονται προσπάθειες για την επαναλειτουργία του Φροντιστηρίου. Παρεμβαίνει και ο Πατριάρχης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στέλνει ως απεσταλμένους του, τον Μάρτιο του 1853, τον αρχιμανδρίτη Νεόφυτο. Παράλληλα, παίρνει εντολή ο ιεροδιδάσκαλος Ευστάθιος Κλεόβουλος να μεταβεί στην Τραπεζούντα για να ομαλοποιήσει την κατάσταση, δηλαδή να προσλάβει δασκάλους, εκτός από τον Τριανταφυλλίδη, να προτείνει σχέδιο γενικού κανονισμού. Η αναστάτωση συνεχίζεται. Ασχολούνται και παρεμβαίνουν πολλοί. Ως πέτρα του σκανδάλου θεωρούν τον Περικλή Τριανταφυλλίδη και τους φίλους του.
Ύστερα από 10 μήνες η κατάσταση ομαλοποιείται στα κοινοτικά θέματα και η ειρήνη επέρχεται στα εκπαιδευτικά. Τον Οκτώβριο του 1854, το Φροντιστήριο ανοίγει και πάλι τις πόρτες του για να δεχτεί μαθητές. Ο Κλεόβουλος αποχωρεί το 1855 και τη διεύθυνση του σχολείου αναλαμβάνει για ένα 6μηνο ο Γ. Παπαδόπουλος από την Αργυρούπολη. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές μορφές του Πόντου σε θέματα εκπαίδευσης.
Εν τω μεταξύ, το 1856, αποφασίζεται να αναλάβει η εκκλησία τα δικαιώματα ώστε να διαμορφωθούν καλύτεροι όροι και συνθήκες για την εκπαίδευση. Το φροντιστήριο αυξάνει τον αριθμό των μαθητών και από 39 το 1856 το επόμενο έτος έφτασε τους 73. Το Φροντιστήριο διαθέτει 5 τάξεις και η κατεύθυνση είναι θεωρητική, αφού βασικός κορμός των μαθημάτων είναι τα αρχαιοελληνικά κείμενα. Τα μαθηματικά και τα φυσικά καταλαμβάνουν μικρό μέρος της διδακτέας ύλης, ενώ εισάγεται για πρώτη φορά και το μάθημα της γαλλικής γλώσσας.
Το 1863 δημιουργείται πέμπτη και το 1864 έκτη γυμνασιακή τάξη, οπότε με τα μαθήματα αυτά γίνονται ισοδύναμα με τα αντίστοιχα αθηναϊκά γυμνάσια. Το σχολείο αναβαθμίζεται, αφού οι απόφοιτοι πλέον μπορούν να εισαχθούν στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Η πορεία ανάκαμψης και προόδου του Σχολείου παγιώνεται στον εκπαιδευτικό και στον οργανωτικό-οικονομικό τομέα. Αναγνωρίζεται το γυμνάσιο ως ισότιμο με τα κλασικά γυμνάσια της Ελλάδος.
Το νέο Διδακτήριο ολοκληρώνεται το 1902 και εγκαινιάζεται με διήμερη τελετή στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, παρουσία του Μητροπολίτη, του Γενικού Διοικητή Τραπεζούντος (Τούρκου), του επίσης Τούρκου στρατιωτικού διοικητή της πόλης, αντιπροσώπων της Μουσουλμανικής, αρμενικής και περσικής κοινότητος, του Έλληνα Πρόξενου, όλων των Προξένων των ξένων χωρών στην Τραπεζούντα και πλήθος κόσμου.
Το εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα του Ποντιακού Ελληνισμού από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι το τέλος της λειτουργίας του το 1922 περιλάμβανε: προκαταρκτική τάξη, Δημοτικό Σχολείο, Σχολαρχείο και Γυμνάσιο. Στο προσωπικό του συμπεριλαμβανόταν και παιδονόμος-επιστάτης.
Οι ραγδαίες αναπτυσσόμενες εμπορικές επιχειρήσεις της Τραπεζούντας καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ίδρυσης ανώτερης εμπορικής σχολής. Ήδη καλύπτει η ίδρυση Εμπορικού Τμήματος στο Φροντιστήριο το 1904. Το πρόγραμμα σπουδών περιλάμβανε τα μαθήματα: Ελληνικά (αρχαία και νέα), Γαλλικά, Ρωσικά, Τούρκικα, Θρησκευτικά, Ιστορία, Ψυχολογία, Υγιεινή, Φυσική, Λογιστική, Εμπορική Αριθμητική, Άλγεβρα, Γεωμετρία, Εμπορική Γεωγραφία, Εμπορικό Δίκαιο, Πολιτική Οικονομία, Εμπορική Αλληλογραφία (Ελληνική και Γαλλική) κ.ά.
Το Εμπορικό Τμήμα λειτουργούσε παράλληλα με το γυμνασιακό και είχαν δυνατότητα εγγραφής οι απόφοιτοι της Β΄ τάξης του Γυμνασίου και ήταν ισότιμοι με τις εμπορικές σχολές της Ελλάδος.
Στο Φροντιστήριο ιδρύθηκε και λειτούργησε από το 1907 και τμήμα προπαρασκευής δασκάλων. Είχαν δικαίωμα εισαγωγής οι απόφοιτοι του Γυμνασίου, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταρτισθούν στο διδασκαλικό έργο και να εργασθούν ως δάσκαλοι στα σχολεία όχι μόνο του Πόντου, αλλά και των αποδήμων Ποντίων στη Ρωσία και στις χώρες του Καυκάσου.
Τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου είχαν αναλάβει σημαντικά πνευματικά αναστήματα. Όλοι εργάστηκαν με ζήλο και αυταπάρνηση κάτω από δύσκολες συνθήκες, προσφέροντας ο καθένας με την προσωπική του εργασία στην ανάπτυξη της εκπαίδευση των Ελλήνων του Πόντου.
Διδακτικό προσωπικό και προσόντα Εκπαιδευτικών
Η Εκπαίδευση στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδο ήταν έργο κυρίως της Εκκλησίας. Τα πρώτα σχολεία, συνεπώς, ήταν οι εκκλησίες ή τα σπίτια των ιερέων και οι πρώτοι δάσκαλοι ήσαν ιερείς, ιεροδιάκονοι, αρχιμανδρίτες οι οποίοι δίδασκαν στα σχολεία του Πόντου.
Από τις αρχές περίπου του 19ου αιώνα οι σπουδές, οι ικανότητες και τα προσόντα των δασκάλων ήταν ανάλογα με το είδος των σχολείων στα οποία δίδασκαν. Τα προσόντα των δασκάλων, οι οποίοι δίδασκαν στα σχολεία των μεγάλων αστικών κέντρων ήταν διαφορετικά από αυτούς που δίδασκαν στα χωριά και στους μικρούς οικισμούς της περιφέρειας. Διέφεραν ακόμη κατά τις σπουδές και τις ικανότητες που είδαν οι δάσκαλοι της περιόδου αυτής.
Κατά τα πρώτα χρόνια, μετά το 1830, λίγοι ήταν οι δάσκαλοι που γνώριζαν τα απαραίτητα γράμματα. Αργότερα, με την ανάπτυξη των σχολείων, οι δάσκαλοι είχαν καλύτερη κατάρτιση. Ήταν απόφοιτοι Αστικών Σχολείων, Σχολαρχείων, Γυμνασίων και των Φροντιστηρίων Τραπεζούντας και Αργυρουπόλεως.
Η πρόσληψη Εκπαιδευτικών
Αρμοδιότητες είχαν οι Σχολικές Εφορίες για να αναζητούν, να επιλέγουν και να προσλαμβάνουν δασκάλους και οι Κοινότητες για τα σχολεία των μεγάλων αστικών κέντρων. Δηλαδή εκεί που υπήρχαν δημογέροντες και έφοροι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και με πολλά εισοδήματα.
Προβλήματα όμως παρουσίαζαν στις μικρές και απομακρυσμένες κοινότητες, με χαμηλά εισοδήματα και εφόρους χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις για να μπορούν να ελέγξουν τα προσόντα των δασκάλων.
Επειδή δεν υπήρχε κεντρικό συντονιστικό όργανο, τότε αναλάμβαναν: ο Σύλλογος «Ανατολή», ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως (1861) και ο Σύλλογος προς διάδοση των Ελληνικών Γραμμάτων (1869). Σε αυτούς τους συλλόγους απευθύνονταν οι Σχολικές Εφορίες για την πρόσληψη των δασκάλων.
Στην Τραπεζούντα φρόντιζαν κάποιες οργανώσεις για να στελεχώσουν με εκπαιδευτικό προσωπικό τα σχολεία της υπαίθρου στον Πόντο. Ακόμη, φρόντιζαν και για σχολεία των Ποντίων στη νότια Ρωσία.
Η επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών
Οι ποντιακές κοινότητες φρόντιζαν ακόμη για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονταν στα σχολεία της περιοχής τους να επιμορφώνονται, κυρίως αυτοί που υπηρετούσαν στην επαρχία.
Παρακολουθούσαν δηλαδή τον τρόπο διδασκαλίας στο Φροντιστήριο. Υπήρχε ακόμη και η Εκπαιδευτική Επιτροπή, που φρόντιζε να καθοδηγεί τους δασκάλους της υπαίθρου χώρας να τους προμηθεύει τα κατάλληλα προγράμματα και να τους επιμορφώνει στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και επιθεωρεί, όταν ήταν αναγκαίο.
Η φοίτηση των μαθητών
Η φοίτηση των μαθητών δεν ρυθμιζόταν από κρατικές κοινότητες, γι’ αυτό δεν ήταν υποχρεωτική. Οι περισσότεροι όμως γονείς φρόντιζαν να στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία. Η ηλικία εγγραφής των παιδιών στο σχολείο ήταν το 6ο ή 7ο έτος. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις και από 5ο έτος να εγγράφονται ή ακόμη και 8 ετών.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα ή και σε κωμοπόλεις η φοίτηση των μαθητών ήταν ξεχωριστά για αγόρια και τα κορίτσια. Τα σχολεία διακρίνονταν σε Αρρεναγωγεία και Παρθεναγωγεία ή σχολεία Αρρένων και Θηλέων. Σε μικρές όμως κοινότητες τα σχολεία ήταν μεικτά.
Τον 19ο αιώνα στον Πόντο υπήρχαν 971 αρρεναγωγεία με 43.500 μαθητές και 100 παρθεναγωγεία με 6.000 μαθήτριες.
Το γλωσσικό ζήτημα και ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός
Με το σχολικό κεφάλαιο στην ταξινόμηση έκαναν δύο καθηγητές Πανεπιστημίων Χατζηδάκης και Τριανταφυλλίδης. Περιλαμβάνει 4 διαλέκτους: την Ποντιακή, την Καππαδοκική, την Κατωιταλική και την Τσακωνική.
Η ποντιακή διάλεκτος με τα ιδιώματα κατά τόπους αποτελούσε τη γλώσσα επικοινωνίας των Ελλήνων του Πόντου. Για την ποντιακή διάλεκτο έχουμε ξεχωριστό κεφάλαιο στα παραλειπόμενα.
Η γλώσσα αποτελούσε ένα μεγάλο για την εκπαίδευση πρόβλημα. Ο μαθητής έπρεπε να ενταχθεί στο γλωσσικό περιβάλλον του σχολείου. Το γλωσσικό αποτελούσε ένα σοβαρό πρόβλημα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η γλώσσα επικοινωνίας της περιοχής ήταν η τοπική διάλεκτος του Πόντου.
Η διαμάχη για τη γλώσσα, Καθαρεύουσα ή Δημοτική, μεταφέρθηκε από την Αθήνα και στον υπόδουλο Ελληνισμό. Δεν θα ασχοληθούμε με αυτό, γιατί δεν είναι στα πλαίσια της εργασίας μας. Άλλωστε, έχω προσωπικά γράψει για τη διαμάχη που κράτησε 200 χρόνια, στον τοπικό τύπο της Σπάρτης (5 άρθρα). Η διγλωσσία έληξε το 1976 με τον Νόμο 309/76.




