Έχει έναν μυστικιστικό τρόπο η τέχνη να σου ξυπνά μνήμες, να σου γεννά συναισθήματα και να σε ταξιδεύει σε μέρη που δεν έχεις πάει – ή να σε κάνει να επισκέπτεσαι ξανά τόπους για να τους αντικρύσεις τώρα με νέα, πιο απελευθερωμένη ματιά. Πόση δύναμη κρύβει ένας πίνακας όταν σε κάνει να βλέπεις πέρα από τα χρώματα και τα σχήματα. Όταν ορκίζεσαι πως κοιτάζοντας τον ακούς βήματα πάνω σε παλιά καλντερίμια, νιώθεις τον αέρα να φυσά ανάμεσα στα κυπαρίσσια, θυμάσαι ιστορίες που νόμιζες πως είχες ξεχάσει.
Στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα της Κουμανταρείου Πινακοθήκης προχωρούσα αργά από έργο σε έργο. Η Μονεμβασιά αναδυόταν σαν καράβι μέσα σε μια θάλασσα λουσμένη μ’ ένα μεταφυσικό φως. Η Ακροναυπλία έμοιαζε να επιπλέει ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Ο Άθως στεκόταν επιβλητικός, σαν τόπος προσευχής περισσότερο παρά γεωγραφίας. Κάθε πίνακας απεικόνιζε την ψυχή του τοπίου, όχι το περιβάλλον.
Ώσπου, στο βάθος της αίθουσας, δέσποζε ο μεγαλύτερος πίνακας της συλλογής, ο πίνακας που με τράβηξε κοντά του σαν μαγεμένη. Έφτασα μπροστά σ’ έναν Μυστρά του οποίου οι βυζαντινοί ναοί, τα απομεινάρια των τοιχωμάτων, οι στέγες της καστροπολιτείας χάνονταν μέσα στις αχνές αποχρώσεις της ώχρας και του πράσινου. Κι όμως, εκείνο το ψηλό, φωτεινό, σχεδόν επιβλητικό, κυπαρίσσι υψωνόταν με μια αρχοντιά που κυριαρχούσε όχι μόνο στον πίνακα αλλά και στον χρόνο τον ίδιο.
Οι αναμνήσεις, σαν μια αόρατη δύναμη με τράβηξαν και με μετέφεραν μέσα στο ζωγραφισμένο τοπίο. Κάμποσους μήνες πριν, στεκόμουν σχεδόν στο ίδιο σημείο που μου έδειχνε ο πίνακας, πάνω στα ίδια εκείνα λιθόστρωτα του Μυστρά…
Είχα ανέβει νωρίς εκείνο το πρωινό. Ο ήλιος χρύσωνε με ανταύγειες την καστροπολιτεία και ο αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά της πέτρας νοτισμένη από νυχτερινή υγρασία, θυμάρι, πεύκο και κυπαρίσσι. Τα τζιτζίκια είχαν ήδη αρχίσει τις αδιάκοπες καντάδες τους, ενώ στο βάθος φαινόταν η Σπάρτη που ήδη είχε ξυπνήσει.
Ο Μυστράς είναι τους τόπους που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Σε εντυπωσιάζει με τη μεγαλοπρέπειά του, αλλά με την αίσθηση πως κάθε πέτρα έχει κάτι ν’ αφηγηθεί. Είχα σταθεί αρκετή ώρα στο πλάτωμα απ' όπου απλώνεται μπροστά σου ολόκληρος ο λακωνικός κάμπος. Είναι από εκείνες τις εικόνες που όσο ποιητικά και να ειπωθούν, αν δεν τις δεις με τα μάτια σου δύσκολα πιστεύεις πως υπάρχει τέτοια μαγεία.
«Εδώ στεκόταν κάποτε το μεγαλύτερο κυπαρίσσι που είχε δει η Λακωνία», ακούστηκε μια φωνή πίσω μου. Γύρισα και είδα έναν ηλικιωμένο άνδρα, από εκείνους που συναντάς συχνά σε ιστορικούς τόπους και δεν ξέρεις αν είναι φύλακας, εθελοντής ή απλώς άνθρωπος που αγαπά τόσο πολύ τον τόπο του, ώστε καταλήγει να γίνεται ο ίδιος κομμάτι του. Ακολούθησα το βλέμμα του.
«Εκεί;»
Χαμογέλασε. «Εκεί ακριβώς».
Έδειχνε μια γυμνή πλαγιά, λίγο ψηλότερα. Δεν υπήρχε πια τίποτα που να ξεχωρίζει, μόνο πέτρα, λίγα αγριόχορτα και ο αέρας που κατέβαινε νωχελικά από τον Ταΰγετο.
«Δεν σώζεται τίποτα;» τον ρώτησα.
Έγνεψε αρνητικά. «Κάηκε πριν από πολλά χρόνια. Μια φωτιά άναψε εκεί κοντά. Από αμέλεια, κι έκαψε μαζί κι έναν από τους πιο παράξενους θρύλους του Μυστρά».
Έμεινα να κοιτάζω το άδειο σημείο. Είναι περίεργο πώς ένας τόπος μπορεί να μοιάζει ταυτόχρονα γεμάτος και έρημος. Δεν υπήρχε πια δέντρο. Κι όμως, όσο περισσότερο κοιτούσα, τόσο ευκολότερα το φανταζόμουν να υψώνεται εκεί, τεράστιο, σκουρόχρωμο, με τα κλαδιά του να σκιάζουν τον βράχο.
«Ξέρεις γιατί έλεγαν πως ήταν διαφορετικό από όλα τα άλλα κυπαρίσσια;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Χαμογέλασε σαν άνθρωπος που ετοιμαζόταν ν’ ανοίξει ένα παλιό, καλά φυλαγμένο σεντούκι.
«Γιατί», είπε χαμηλόφωνα, «δεν φύτρωσε από σπόρο...»
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε αν άξιζε να συνεχίσει. «...Φύτρωσε από μια προφητεία». Το είπε με τη φυσικότητα εκείνων των ανθρώπων που δεν αφηγούνται έναν μύθο για να εντυπωσιάσουν, αλλά μια ιστορία που παρέλαβαν από τους παλιούς τους σχεδόν ως χρέος.
«Την έχει καταγράψει κι ο Πολίτης», συνέχισε. «Αλλά άλλο είναι να τη διαβάζεις σ' ένα βιβλίο κι άλλο να τη συλλογιέσαι εδώ, εκεί όπου λένε πως συνέβη στ’ αλήθεια». Έστρεψε το βλέμμα προς τον κάμπο.
«Τότε ήταν Τουρκοκρατία. Σ' αυτό εδώ το ύψωμα ανέβηκε μια μέρα ένας πασάς για να διασκεδάσει. Διάλεξε το καλύτερο σημείο, έστησαν τραπέζι, άναψαν φωτιά, πέρασαν ένα αρνί στη σούβλα και κάθισαν να φάνε. Μαζί τους είχαν κι ένα νέο βοσκό. Ένα χριστιανόπουλο, που τους υπηρετούσε».
Άθελά μου κοίταξα ξανά τον κάμπο. Ήταν αδύνατον να μη σταθείς σ' εκείνη τη θέα. Τα δέντρα σχημάτιζαν ατελείωτες πράσινες λωρίδες και στο βάθος ο ορίζοντας χανόταν μέσα στη θερινή αχλύ. Ίσως πράγματι να μην υπήρχε καλύτερο σημείο για να νιώσει κανείς όλο το βάρος της ιστορίας αυτού του τόπου.
«Κάποια στιγμή», συνέχισε ο ηλικιωμένος, «το παλικάρι άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει μακριά. Είδε τον κάμπο, τα ποτάμια, τα χωριά, τα βουνά... και χωρίς να το καταλάβει του ξέφυγε ένας αναστεναγμός, όχι από φόβο, από νοσταλγία για έναν τόπο που ήταν δικός του και δεν ήταν πια».
Θα ορκιζόμουν ότι άκουσα τον διάλογο να ζωντανεύει στον αέρα γύρω μου πολύ πριν ξεκινήσει ο γέρος την αφήγηση…
«Μπρε Ρωμιέ, τι έχεις κι αναστενάζεις;»
Και το παιδί, αντί να σωπάσει, απάντησε με μια ειλικρίνεια που δύσκολα συγχωρούσαν οι ισχυροί. «Συλλογίζομαι πως όλα αυτά τα μέρη ήταν δικά μας μια φορά και μας τα πήρατε. Μα το λένε τα κειμήλια μας και έχω την ελπίδα μου στο Θεό πως, με τον καιρό, πάλι δικά μας θα γίνουν».
Αυτή ήταν η κουβέντα που άναψε τη φωτιά. Ο πασάς εξαγριώθηκε, άρπαξε τη μεγάλη ξύλινη σούβλα, ακόμη μαυρισμένη από τη φωτιά όπου είχε ψηθεί το αρνί, και τη βύθισε με δύναμη στο χώμα.
«Το βλέπεις αυτό;» είπε. «Αν αυτό το ξερό παλούκι βγάλει κλαριά, τότε να περιμένετε πως θα ξαναπάρετε αυτά τα μέρη».
Σ’ αυτές τις λέξεις ο γέρος σώπασε και για λίγες στιγμές μόνο ο αέρας που περνούσε ανάμεσα στις πέτρες ακουγόταν.
«Κι όμως...» ψιθύρισε εν τέλει. «Το άλλο πρωί η σούβλα είχε ριζώσει. Έβγαλε βλαστό. Ύστερα κλαδιά. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, έγινε ένα κυπαρίσσι τόσο μεγάλο, που οι παλιοί έλεγαν πως δεν υπήρχε άλλο όμοιό του σε ολόκληρη την Ελλάδα».
«Μόνο που….» Σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε. «Δεν έμοιαζε με τα άλλα κυπαρίσσια».
«Γιατί;»
«Γιατί ο πασάς κάρφωσε τη σούβλα ανάποδα. Από την κορφή. Γι' αυτό, έλεγαν, το δέντρο φύτρωσε θηλυκό. Τα κλαδιά του δεν υψώνονταν προς τον ουρανό όπως των άλλων κυπαρισσιών. Έγερναν προς τα κάτω, σαν να θυμούνταν ακόμη τον τρόπο με τον οποίο μπήκε η σούβλα στη γη».
Έμεινα σιωπηλή, με μια συγκίνηση που δεν ήξερα αν πήγαζε από το θαύμα του θρύλου ή από τον τρόπο που οι άνθρωποι είχαν κατορθώσει να εξηγήσουν ακόμη και την πιο μικρή ιδιαιτερότητα ενός δέντρου μέσα από την αφήγηση. Γιατί αυτό κάνουν οι λαϊκές παραδόσεις, δίνουν νόημα σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο. Στην πραγματικότητα, ίσως λίγη σημασία να είχε αν το κυπαρίσσι φύτρωσε πράγματι από μια ξύλινη σούβλα. Εκείνο που είχε σημασία ήταν η ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν πως ακόμη και μια κατάρα μπορεί να μετατραπεί σε ελπίδα, πως μια φράση ειπωμένη από αλαζονεία μπορούσε, τελικά, να στραφεί εναντίον εκείνου που την ξεστόμισε. Πως ακόμη κι ένα ξερό κομμάτι ξύλο μπορούσε να γίνει ζωντανό σύμβολο μιας υπόσχεσης που δεν έσβησε ποτέ.
«Το δέντρο έζησε πάρα πολλά χρόνια», συνέχισε ο ηλικιωμένος. «Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν βλέποντάς το. Οι ταξιδιώτες το σημείωναν, οι χωριανοί το έδειχναν στα παιδιά τους, κι όλοι ήξεραν την ιστορία του. Ώσπου μια μέρα, στο βάθος του χρόνου χάθηκε, και από θαύμα έγινε πια παραμύθι…».
Ένα απότομο γέλιο με επανέφερε στην αίθουσα, όμως το βλέμμα μου ήταν ακόμα καρφωμένο στον πίνακα. Όταν ένας θρύλος χάνει τη φυσική του υπόσταση, συνειδητοποιείς πόσο εύθραυστη είναι τελικά η μνήμη. Όμως η δική μου μνήμη αρνείται να ξεχάσει αυτή την ιστορία. Ίσως το κυπαρίσσι στον πίνακα του Lepanto να μην ήταν το θρυλικό δέντρο της παράδοσης, όμως, η ζωγραφική έχει μια παράξενη, διττή δύναμη: ν’ αναπαριστά όσα βλέπει ο καλλιτέχνης, αλλά και ν’ αφυπνίζει όσα κουβαλά η ψυχή αυτού που την αντικρύζει. Κάτω από το πινέλο του Lepanto, ο Μυστράς παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου η ιστορία, η φύση και ο θρύλος συνεχίζουν να συνυπάρχουν, υφαίνοντας έναν ιστό από ιστορία, παράδοση και συγκίνηση. Το κυπαρίσσι μπορεί να χάθηκε, όμως ο μύθος του ακόμα σιγοκαίει και δυναμώνει κάθε φορά που κάποιος ακούει πως κάποτε, πάνω σ' εκείνη την πλαγιά του Μυστρά, φύτρωσε ένα δέντρο από ένα ξερό παλούκι.
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
photo: Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Wassili Lepanto "Mystras".
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




