Σημαντική επιβράδυνση καταγράφει η οικοδομική δραστηριότητα στη χώρα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον Απρίλιο 2025, επιβεβαιώνοντας μια ευρύτερη τάση κάμψης που παρατηρείται από τις αρχές του έτους. Την ίδια στιγμή, η Πελοπόννησος αναδεικνύεται σε μια από τις ελάχιστες περιφέρειες της χώρας που εμφανίζει ενδείξεις σχετικής αντοχής, ειδικά σε επίπεδο όγκου νέων οικοδομών.
Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2025, σε πανελλαδικό επίπεδο, εκδόθηκαν συνολικά 2.334 οικοδομικές άδειες (ιδιωτικές και δημόσιες), που αντιστοιχούν σε 421.818 τετραγωνικά μέτρα επιφάνειας και 1.787.175 κυβικά μέτρα όγκου. Σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, καταγράφεται μείωση της τάξης του 17,3% στον αριθμό των αδειών, 32,2% στην επιφάνεια και 33,8% στον συνολικό όγκο. Αξιοσημείωτη είναι και η επίδοση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία αφορά τη συντριπτική πλειονότητα των αδειών: 2.303 οικοδομικές άδειες, 416.177 τετραγωνικά μέτρα (επιφάνεια) και 1.761.106 κυβικά μέτρα (όγκος) –πτώση κατά 17,7%, 31,2% και 31,4% αντίστοιχα.
Η δημόσια οικοδομική δραστηριότητα περιορίστηκε σε μόλις 31 οικοδομικές άδειες, με συνολική επιφάνεια 5.641 τμ και όγκο 26.069 κμ, καταλαμβάνοντας έτσι ποσοστό μόλις 1,5% του συνολικού όγκου των οικοδομών για τον Απρίλιο.
Κατρακύλα και τον πρώτο τετράμηνο του 2025
Η γενική εικόνα παραμένει αρνητική και στο αθροιστικό τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2025. Συνολικά, παρατηρείται μείωση 26,2% στον αριθμό των οικοδομικών αδειών, 40,5% στην επιφάνεια και 33,2% στον όγκο, ενώ η ιδιωτική δραστηριότητα σημείωσε αντίστοιχα πτώση 26,4%, 40,6% και 32,8%. Σε επίπεδο δωδεκαμήνου (Μάιος 2024 – Απρίλιος 2025), η συνολική οικοδομική δραστηριότητα στη χώρα παρουσίασε κάμψη 7,7% στον αριθμό των αδειών, 10,3% στην επιφάνεια και 9,2% στον όγκο, επιβεβαιώνοντας την πίεση που δέχεται ο κλάδος.
«Πεσμένη»… σταθερότητα
στην Πελοπόννησο
Ωστόσο, η Πελοπόννησος ξεχωρίζει ως μία από τις ελάχιστες περιφέρειες που καταφέρνει να διατηρήσει σχετικά σταθερά επίπεδα οικοδομικής δραστηριότητας, αποφεύγοντας τη μεγάλη υποχώρηση που καταγράφεται σε γενικό επίπεδο πανελλαδικά. Τον Απρίλιο του 2025, στην Πελοπόννησο εκδόθηκαν 204 οικοδομικές άδειες, μειωμένες κατά 6,8% σε σχέση με τον Απρίλιο του 2024 (219 άδειες), ενώ η συνολική επιφάνεια και ο όγκος των νέων κτιρίων παρουσίασαν μείωση μόλις 6,1% και 3,4% αντίστοιχα. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τις γενικότερες δυσκολίες, η περιοχή παρουσιάζει μερική ανθεκτικότητα.
Η αντοχή αυτή αποτυπώνεται και στα στατιστικά στοιχεία του δωδεκαμήνου Μαΐου 2024 – Απριλίου 2025, όπου η Πελοπόννησος κατέγραψε μικρή πτώση στον αριθμό των οικοδομικών αδειών (2.184 έναντι 2.270, -3,8%) και στην επιφάνεια (-3,2%), ενώ εντυπωσιακά ο όγκος των νέων οικοδομών παρουσίασε αύξηση 1,5%. Αυτή η άνοδος στον όγκο, παρά τη μείωση στις άδειες και στην επιφάνεια, υποδηλώνει ότι τα νέα κτίρια στην Πελοπόννησο τείνουν να είναι μεγαλύτερα ή πολυτελέστερα, γεγονός που μπορεί να αντανακλά μια πιο στοχευμένη επενδυτική δραστηριότητα με έργα υψηλότερης αξίας.
Συγκρίνοντας και το διάστημα Ιανουαρίου – Απριλίου 2025, εκδόθηκαν 711 νέες οικοδομικές άδειες, σημειώνοντας μείωση 15,8% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, όταν είχαν εκδοθεί 844 άδειες. Η συνολική επιφάνεια των νέων κτιρίων μειώθηκε κατά 8,9%, ωστόσο ο συνολικός όγκος παρουσίασε σημαντική αύξηση 13,4%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν εν γένει ότι, ενώ ο αριθμός των έργων έχει περιοριστεί, τα νέα κτίρια που κατασκευάζονται είναι κατά μέσο όρο μεγαλύτερα ή πιο σύνθετα.
Περιορισμένη κινητικότητα,
χωρίς σαφή σημάδια ανάκαμψης στη Λακωνία
Στο «δικό» μας τοπικό επίπεδο, η Περιφερειακή Ενότητα Λακωνίας εμφανίζει μια πενιχρή κινητικότητα στην οικοδομική δραστηριότητα, καθώς τον Απρίλιο του 2025, εκδόθηκαν 11 νέες οικοδομικές άδειες, μεταξύ 82 σε όλη την Πελοπόννησο.
Τον ίδιο μήνα (4ο) του 2024, στη Λακωνία είχαν χορηγηθεί 7 άδειες για νέα κτίρια, δηλαδή η οικοδομική δραστηριότητα κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα σε γενικό πλαίσιο, συγκριτικά με ένα έτος πριν. Ωστόσο, παρά την ελαφριά αύξηση στον αριθμό των αδειών το τρέχον έτος, ο συνολικός όγκος των νέων κτισμάτων περιορίστηκε. Από 10.927 κυβικά μέτρα τον Απρίλιο του 2024 υποχώρησε σε 7.608 κυβικά μέτρα τον Απρίλιο του 2025, ενώ και η συνολική επιφάνεια παρουσίασε μικρή μείωση, από 2.766 σε 2.203 τετραγωνικά μέτρα.
Αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως, παρά τις ελαφρώς περισσότερες άδειες, τα νέα έργα είναι κατά μέσο όρο μικρότερα ή λιγότερο εκτεταμένα σε όγκο και επιφάνεια σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα πέρυσι.
Ειρήσθω εν παρόδω, παρά τα δειλά σημάδια κινητικότητας, η οικοδομική δραστηριότητα στη Λακωνία παραμένει περιορισμένη και δεν υπάρχουν προς το παρόν σαφείς ενδείξεις σημαντικής ανάκαμψης. Η κατάσταση παραμένει εύθραυστη, με τον κατασκευαστικό κλάδο να συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις μετά από χρόνια κρίσης.
Ανάκαμψη και μελλοντικές προοπτικές
… υπό αβεβαιότητες «βλέπει» το ΙΟΒΕ
Μια εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα στον τομέα των κατασκευών αποτυπώνει πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Παρά τις δυσκολίες που καταγράφονται στα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, η έρευνα συμπεραίνει μια ισχυρή ανάκαμψη, με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια, αν και υπό το πρίσμα αβεβαιοτήτων.
Η μελέτη «Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές ανάπτυξης των Κατασκευών στην Ελλάδα – 2025» επισημαίνει τον υπερδιπλασιασμό του αντικειμένου του κλάδου από το 2020 έως το 2024, με εκτιμήσεις για περαιτέρω ανάπτυξη έως το 2026, χάρη στην ώθηση που δίνουν εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι.
Σύμφωνα με τα ίδια αποτελέσματα, οι επενδύσεις σε κατασκευές αναμένεται να κινητοποιήσουν πόρους άνω των 31 δισ. ευρώ την περίοδο 2025-2026, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ 2021–2027 και ιδιωτικών κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της τραπεζικής χρηματοδότησης.
Η αξία παραγωγής του κλάδου έφτασε το 2024 τα 15,7 δισ. ευρώ, ενώ η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά, καλύπτοντας τις αυξημένες ανάγκες. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές έχουν διπλασιαστεί από το 2019 και προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω έως το 2026.
Ωστόσο, οι νομοθετικές αβεβαιότητες και οι πολεοδομικοί περιορισμοί, ειδικά στις κατοικίες, συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις.




