Οι καμπάνες του χωριού χτυπούσαν δαιμονισμένα. Ο Στράτης ο Χλεμπονιάρης, έτσι τον φώναζαν γιατί ήταν φιλάσθενος, είχε ιδρώσει να τις χτυπάει με μανία. Τα μαντάτα ήταν άσχημα. Πυρκαγιά είχε φουντώσει στο βουνό, κι ο δυνατός αέρας την έφερνε κατά το χωριό.
Οι σειρήνες της πυροσβεστικής στην πολιτεία ούρλιαζαν, και τα τρία οχήματα που διέθετε είχαν ξεκινήσει, αλλά όλοι γνώριζαν πως ήταν μάταιος κόπος. Δρόμος δεν πήγαινε ως τα Δίβραχα, το σημείο που είχε ξεσπάσει η φωτιά, κι αν δεν έκαναν κάτι, όλο το δάσος με πεύκα, έλατα και ρόμπολα θα γινόταν στάχτη.
Οι χωριάτες δεν χρειάστηκε να το πολυσκεφτούν, κι ούτε κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια. Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις έσπευδαν και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους αγόγγυστα, χωρίς να περιμένουν πληρωμή ή αναγνώριση. Ζώστηκαν φτυάρια και ξινάρια, πήραν κι ένα μπουκάλι νερό, και κίνησαν ποδαράτοι από το μονοπάτι για τα Δίβραχα. Στο δρόμο άκουγες τραγούδια και χωρατά, λες και πήγαιναν σε γλέντι. Σε μια ώρα θα είχαν φτάσει και θα προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να περιορίσουν την έκτασή της.
Ο Βασίλης, ο άντρας της κυρα – Λίνας είχε πόλεμο στο σπίτι. Η γυναίκα του είχε πέσει πάνω του να τον κατασπαράξει:
«Τι θες να παραστήσεις, μου λες; Τον ήρωα; Να πάει η Πυροσβεστική, να πάει ο στρατός, εσένα τι σε νοιάζει αν καίγεται το βουνό; Μήπως έχουμε κανένα χωράφι εκεί πάνω και δεν το ξέρω; Κάτσε στ’ αυγά σου, κακομοίρη μου, γιατί έχεις δυο ανήλικα να μεγαλώσεις, κι αν πάθεις τίποτα, χτύπα ξύλο, ποιος θα τα φροντίσει;»
Ο Βασίλης ήθελε να της πει πάρα πολλά, πως από το δάσος εξαρτάται η ζωή μας, πως χωρίς αυτό θα είχαμε πλημμύρες και καταστροφές, πως αν αφήσουμε τη φωτιά ανεξέλεγκτη θα έφτανε και στα σπίτια μας, πως είναι ανεπίτρεπτο ν’ αδιαφορούμε όταν κινδυνεύει όλο το χωριό, και να περιμένουμε βοήθεια μόνο από το κράτος, αλλά δεν της είπε τίποτα.
Φόρεσε ένα χοντρό μακρυμάνικο πουκάμισο, κι ας ήταν τέλη Αυγούστου κι έβραζε ο τόπος, γέμισε ένα μπουκάλι με νερό, έβαλε και δυο παξιμάδια στις τσέπες του, φορτώθηκε την αξίνα και ξεκίνησε την ανάβαση μαζί με τους άλλους χωριανούς με μαύρη καρδιά, ενώ η κυρα – Λίνα αναθεμάτιζε πίσω του:
«Κοίτα να μου ’ρθεις άρρωστος, και θα σε στείλω εγώ, ξέρεις πού…»
Το μέτωπο της φωτιάς ήταν αρκετά μεγάλο σε έκταση. Δεν μπορούσαν να πλησιάσουν με τίποτα. Ο αέρας άλλαζε συνεχώς διεύθυνση και τους μπέρδευε. Κινδύνευαν και οι ίδιοι να εγκλωβιστούν στην πύρινη λαίλαπα, που αχόρταγη ρουφούσε τα δέντρα στο διάβα της. Σκέφτηκαν πως πρέπει να σκάψουν και να καθαρίσουν το χώρο από τους θάμνους, να φτιάξουν δηλαδή αντιπυρική ζώνη, μήπως σταματήσουν την επέλαση του Αρμαγεδώνα.
Καλή η σκέψη, αλλά το έδαφος δεν βοηθούσε γιατί ήταν βραχώδες, αλλά οι χωριάτες δεν το έβαλαν κάτω. Με αξιοθαύμαστο ζήλο έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά κι ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τα μέτωπά τους. Γι’ αυτή τη δουλειά χρειαζόταν μπουλντόζα, αλλά, τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Ούτε αεροπλάνα ή ελικόπτερα ήταν διαθέσιμα, γιατί τα πύρινα μέτωπα ήταν πολλά σ’ όλη τη χώρα, πού να πρωτοπρολάβουν να πάνε; Οι χωριάτες όμως συνέχιζαν να σκάβουν και κάποιοι φώναζαν με μίσος στη φωτιά:
«Πουτάνα, δεν θα περάσεις!»
Τότε άρχισαν τα προβλήματα: Πρώτα ο Σωτήρης γλίστρησε, κατρακύλησε κάμποσα μέτρα κι έσπασε το αριστερό του πόδι και το δεξί του χέρι. Μετά ο Γιάννης και ο Κώστας άρχισαν να παρουσιάζουν αναπνευστικά προβλήματα. Οι καπνοί είχαν μαυρίσει τα πνευμόνια τους κι ανάπνεαν με δυσκολία. Όλοι κόπηκαν να τους φροντίσουν, αλλά χωρίς γιατρό, σ’ αυτό το υψόμετρο, τι να καταφέρουν;
Με τα πρώτα σκοτάδια της νύχτας, όλοι ήταν αποκαμωμένοι. Δεν πρόσεξαν τα σύννεφα που μαζεύτηκαν. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες της καλοκαιρινής μπόρας, όλοι έβγαλαν χαρούμενες κραυγές. Σε λίγο οι ουρανοί είχαν ανοίξει τους καταρράχτες τους, κι η φωτιά παραδόθηκε άνευ όρων στην ορμητική βροχή. Όλοι έτρεχαν να βρουν καταφύγιο, μια σπηλιά, ένα μεγάλο δέντρο, αλλά τίποτα δεν βρέθηκε να τους προφυλάξει. Ιδρωμένοι όπως ήταν, έγιναν μούσκεμα κι από τη βροχή.
Ο Βασίλης τότε άρχισε να τουρτουρίζει. Το κούτελό του έκαιγε, ψηνόταν από τον πυρετό. Τα σαγόνια του ανοιγόκλειναν χωρίς σταματημό, τα μάτια του βαθούλωσαν, κι όλο του το κορμί έτρεμε. Έμεινε κουλουριασμένος κάτω από μια δρυ και περίμενε το πρώτο φως της ημέρας, να δει τι θα κάνει. Στο νοσοκομείο διέγνωσαν υγρά πλευρίτιδα και του είπαν πως θα παραμείνει είκοσι μέρες εκεί, ώσπου να τελειώσει η θεραπεία των ενέσεων.
Μετά από δύο μέρες επισκέφτηκε τους τραυματίες και τους ασθενείς ο υπουργός Φυσικών Καταστροφών, που τύχαινε να εκλέγεται βουλευτής στην περιοχή αυτή. Ακολουθούμενος από τις τηλεοπτικές κάμερες, φορώντας το ακριβό του κοστούμι, μοίραζε χειραψίες και πλατιά χαμόγελα δεξιά κι αριστερά. Όταν τον είδε ο Βασίλης, έκανε το σταυρό του και τα μάτια του έλαμψαν από χαρά. Είχε να του πει και να του ζητήσει πολλά. Ο Σωτήρης όμως από δίπλα, του έκοψε τη χαρά:
«Ρε Βασίλη, τι περιμένεις από δαύτον; Αυτός θα ερχόταν ποτέ μαζί μας στο βουνό να σβήσει τη φωτιά; Σάματις έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του, να ξέρει τι θα πει ιδρώτας;», του ψιθύρισε.
Ο Βασίλης όμως ολόχαρος, όταν τον χαιρέτησε ο υπουργός, του είπε:
«Κύριε υπουργέ, μια χάρη σας παρακαλώ πολύ», κι όταν εκείνος του έγνεψε να συνεχίσει, του είπε:
«Εδώ που μας φέρανε, μας ζητάνε να πληρώσουμε τη νοσηλεία. Ανασφάλιστος είμαι, έχω τρία χρόνια να δουλέψω, με τι να πληρώσω;»
Ο υπουργός συνέχισε να είναι γελαστός και του απάντησε χαμηλόφωνα, για να μην τον πιάσουν τα μικρόφωνα:
«Αγαπητέ μου, ζήτησέ μου ότι άλλο θες, όχι όμως αυτό. Δεν μπορώ να παραβώ το μνημόνιο. Αυτές τις εντολές έχουμε από την Ε.Ε. Όποιος αρρωσταίνει, πρέπει να πληρώνει!»
(Αφιερώνεται σ’ όλους τους «λεβέντες» που ψήφισαν και τα τρία μνημόνια)
Η πυρκαγιά
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




