Κατάντια!

Πέμπτη, 27 Αύγουστος 2015 19:42 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Κάθε μέρα που περνάει, όλο και πιο απαισιόδοξα μηνύματα μου φέρνει. Δεν μιλάω μόνο για την οικονομική κρίση, αυτή κάποια στιγμή θ’ αποτελέσει παρελθόν, αλλά πιο πολύ με βασανίζει το γεγονός πως έχουμε παντελώς ξεχαρβαλωθεί. Θυμίζουμε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, τον καιρό που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει.
Οι αξίες έχουν καταρρακωθεί. Σαπίλα κυριαρχεί, πνευματική και όχι μόνο. Μη με πάρετε για ηθικολόγο ή ιεροκήρυκα, μακράν εμού οι χαρακτηρισμοί αυτοί, όμως πονάω τον τόπο που γεννήθηκα, μεγάλωσα και συνεχίζω να ζω. Θέλω πάνω απ’ όλα να συνεχίσω να ζω σαν άνθρωπος, όπως μ’ έμαθαν οι γονείς και οι δάσκαλοί μου, και η κληρονομιά που έχω πάρει από τους προγόνους μου επιτάσσει, κι όχι σαν υποκατάστατο ανθρώπου.
Είμαστε καταχρεωμένοι, εμείς και τα τρισέγγονά μας, και συνεχίζουμε να ζητάμε δανεικά, «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ», που λέει κι ο ποιητής, και κανένας δεν φαίνεται ν’ αναρωτιέται πού θα φτάσει η σημερινή κατάσταση. Ξεπουλήσαμε την εθνική μας περιουσία αντί πινακίου φακής και πολλών αρπαχτών. Τόσα χρόνια, οι άνθρωποι που ψηφίζαμε και συνεχίζουμε να ψηφίζουμε για να μας σώσουν, φρόντιζαν να σώσουν πρώτα το τομάρι τους αλλά και όλο τους το σόι, και οι μίζες που άρπαξαν, φτάνουν για να ζήσουν αρκετές ζωές.
Δεν έχει μείνει τίποτα δικό μας, τα δώσαμε όλα, μόνο το όνομά μας έχουμε ακόμα σαν χώρα, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα το έχουμε για πολύ ακόμα. Δεν παράγουμε τίποτα πια, μονάχα υπηρεσίες αέρα κοπανιστού. Σε λίγα χρόνια κανένας δεν θα έχει τίποτα να πληρώσει, και θα καταντήσουμε ζούγκλα.
Χάσαμε την εμπιστοσύνη μας στην πολιτεία και στους πολιτικούς, (σιγά τα πρόσωπα!), στον τύπο και στους δημοσιογράφους, (καλά, αυτοί μια ζωή αναξιόπιστοι ήταν), στην εκκλησία και στους ιερωμένους για την απραξία τους, και το χειρότερο απ’ όλα, στη δικαιοσύνη. Κατάντια μεγάλη, όταν ξέρεις πως όποια αξιόποινη πράξη και να κάνεις, δεν πρόκειται να τιμωρηθείς, ή πως όταν σε αδικήσουν, δεν πρόκειται ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη.
Οι τράπεζες βασιλεύουν στην ημιδιαλυμένη χώρα μας. Μας κρατάνε, λες και μας έχουν δεμένους πισθάγκωνα. Από τη στιγμή που οι εργοδότες παρέδωσαν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων τους σ’ αυτές, επιβάλλουν τη γραμμή που θέλουν με ξένα κόλλυβα, τζάμπα μάγκες δηλαδή. Όλα πια μετριούνται με το χρήμα. Αν έχεις αρκετό, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές. Κανένας δεν πρόκειται να σε ρωτήσει πώς το απόκτησες, αλλά θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα σε θεωρούν σημαντικό παράγοντα της δημόσιας ζωής.
Το χρήμα όμως από μόνο του, φίλοι μου, δεν σε βοηθάει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, αλλά ποιος νοιάζεται πια γι’ αυτό; Άλλες είναι οι προτεραιότητές μας σήμερα. Κι αν βρεθεί καμιά φωνή να φωνάξει για τις χαμένες αξίες, για τον ανθρωπισμό και την αλληλοβοήθεια, θα είναι «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τις θυσίες που έχουν κάνει οι γονείς γι’ αυτά, και θεωρούν τη στάση τους, οποιαδήποτε και να είναι αυτή, σαν καταπιεστική. Αλήθεια όμως, σε τι κόσμο τα στέλνουμε να ζήσουν; Έχει απομείνει καμιά αξία για να στηριχτούν; Τι μέλλον θα έχουν χωρίς δουλειά; Να παλέψουν στη ζωή, για να καταφέρουν τι;
Αλλοδαπές, κυρίως Ρουμάνες, έχουμε κι αυτές βλέπεις, με τα θέλγητρα του κορμιού τους παγιδεύουν τους παντρεμένους, διαλύουν οικογένειες και ρημάζουν περιουσίες ανενόχλητες. Δρουν μεθοδικά και βάσει σχεδίου. Σαν τις ακρίδες πέφτουν στα θύματά τους, κι αυτοί δεν παίρνουν χαμπάρι τις πραγματικές τους προθέσεις. Σημεία των καιρών, τι άλλο να πεις!
Πάει και η γραφική ρούγα των γυναικών! Δεν υπάρχουν αυλές πια γι’ αυτήν. Το μόνο που κάνουν οι γυναίκες και όχι μόνο, είναι να στρώνονται στον καναπέ, άβουλα πλάσματα, και να παρακολουθούν τούρκικες σειρές. Πού πήγε η ζωντάνια, το κουτσομπολιό, το κοίταγμα του φλιτζανιού, τα τραγουδάκια τους;
Καταντήσαμε να μη γνωρίζουμε το γείτονά μας, τον άνθρωπο που κάθεται στο διπλανό διαμέρισμα από μας. Ποιος το περίμενε να πάσχουμε από τέτοιες φοβίες; Χάσαμε την εξωστρέφεια, που ανέκαθεν χαρακτήριζε το λαό μας. Στέρεψε το πηγαίο κέφι και τα χωρατά. Τα γλέντια μας κατάντησαν τυποποιημένα και από μεγαφώνου. Κανένας πια δεν τραγουδάει, ακούμε μόνο μουσική και τραγούδια κονσερβαρισμένα από δίσκους ή από το διαδίκτυο.
Απλά στρωνόμαστε στα τραπέζια μας άβουλοι, και τ’ αυτιά μας βασανίζονται από τα τεράστια ηχεία που ηχούν στη διαπασών. Τρώμε όλοι το ίδιο φαγητό, συνήθως μπουζοπούλα, πίνουμε όλοι τα ίδια ποτά, αυτά που προσφέρουν οι διοργανωτές του «γλεντιού», και δεν παραλείπουμε να πάρουμε κλήρους υπέρ του συλλόγου… Αν ζούσε σήμερα ο Καρυωτάκης, σίγουρα σ’ ένα τέτοιο γλέντι θ’ αυτοκτονούσε. Αν ζούσε ο Αριστοφάνης, δεν θα είχε τη δύναμη να γράψει κωμωδίες, αλλά θα τραβούσε τα μαλλιά του, βλέποντας το χάλι μας.
Εμείς οι Έλληνες δεν ήμασταν τέτοιος λαός, αλήθεια πώς μας κατάντησαν; Κι όμως υπάρχουν κι οι φωτεινές εξαιρέσεις, κι αυτές μου δίνουν κουράγιο να συνεχίσω να φωνάζω. Τι να γράψω για τη γυναίκα εκείνη, που με δανεικά αγόρασε ρούχα και γάλα για το νεογέννητο της λαθρομετανάστριας, που το κύμα ξέβρασε στο νησί της; Είναι μία από τις ελάχιστες αγίες της εποχής μας. Δεν το έκανε η πολιτεία, ούτε η εκκλησία, ως όφειλαν, το έκανε μια πάμπτωχη νησιώτισσα.
Με τέτοιους ανθρώπους, δεν φοβάμαι τίποτα. Αυτοί είναι οι φάροι της ανθρωπιάς, που φωτίζουν με το απαράμιλλο παράδειγμά τους την οικουμένη ολάκερη!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση