«Τι είν’ η πατρίδα μας;», αναρωτιέται ο ποιητής. Κατ’ εμέ, πατρίδα μας δεν είναι μόνο τα ψηλά βουνά και τα δαντελωτά ακρογιάλια, ούτε οι πανέμορφες πολιτείες και τα χωριά που την απαρτίζουν, αλλά και οι συμπεριφορές των ανθρώπων που συναντάμε σε κάθε τόπο. Απ’ αυτό ορμώμενος, επιτρέψτε μου να σας περιγράψω τα βιώματά μου από τις πρόσφατες διακοπές στη Φωκίδα που επιχείρησα.
Διαμονή στο πανέμορφο και μοναδικό Γαλαξίδι. Η πόλη αυτή με τα στενά σοκάκια και τα ψηλά καπετανόσπιτα δεν περιγράφεται με λόγια. Πρέπει να την επισκεφτείς για να μπορέσεις ν’ αποτιμήσεις την ομορφιά της. Μαζί με το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά μας, αποτελούν τις διαμαντόπετρες στο δαχτυλίδι της Ελλάδας. Όμως, τι κρίμα, τα βουνά του τριγύρω είναι γυμνά. Γι’ αυτό η ζέστη περισσεύει το καλοκαίρι. Χάθηκε ένας σύλλογος, ένας φορέας, να ξεκινήσει μια δεντροφύτευση;
Περνώντας από τα μεταλλεία εξόρυξης βωξίτη της Ιτέας αλλά και των Βαρδουσίων, ψυχοπλακώνεσαι όταν βλέπεις όλον αυτό τον ορυκτό μας πλούτο να φορτώνεται σε φορτηγά και σε πλοία, και να οδεύει ακατέργαστος για τις ξένες χώρες. Ολόκληρη Ελλάδα και δεν μπορεί να φτιάξει ένα εργοστάσιο κατεργασίας του ορυκτού αυτού; Τι στα κομμάτια, τόσο ανίκανοι είμαστε; Γιατί ξεπουλάμε τη χώρα μας απροκάλυπτα στους ξένους; Τι κάνουν γι’ αυτό τα τριακόσια λεβεντόπαιδα της βουλής;
Δεν θέλω με τίποτα να πιστέψω αυτό που μου είπαν κάποιοι ντόπιοι, πως, ή δεν μας επιτρέπουν οι δανειστές κι αφέντες μας να κατασκευάσουμε το εργοστάσιο αυτό, ή, αν είναι δυνατόν, οι πολιτικοί, (υπουργοί, βουλευτές, ανώτεροι κυβερνητικοί υπάλληλοι κ.α), παίρνουν το μερίδιό τους από τις ξένες εταιρίες που λυμαίνονται τον εθνικό μας πλούτο, βυθίζοντας ολοένα και πιο πολύ τη χώρα μας στην εξάρτηση. Ζητείται επειγόντως διάψευση των φημών αυτών, αλλά και ικανοποιητική εξήγηση για την ανυπαρξία εργοστασίου από αρμόδια χείλη.
Να ’μαι τώρα στους Δελφούς, στον περίφημο ομφαλό της γης, να κλείνω ευλαβικά το γόνυ στη δόξα των αιώνων, ν’ αναπνέω την αύρα του χώρου, και ν’ απολαμβάνω το αεράκι που πάει να δροσίσει. Δεν είναι τυχαίος τόπος. Δεν διάλεγαν οι πρόγονοί μας στην τύχη αυτά τα ιερά. Καταμεσήμερο, κατακαλόκαιρο, κι εγώ λυσσασμένος με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι να προσπαθώ να αιχμαλωτίσω την ομορφιά του μοναδικού τοπίου, χαμένος ανάμεσα σε τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο, που κοιτάζουν εκστατικά τα ερείπια κι ακούνε ευλαβικά τους ξεναγούς.
Σε μια στιγμή, μαγεμένος από την ομορφιά των κιόνων, παραβιάζω το προστατευτικό σκοινί κι επιχειρώ να φωτογραφίσω από τη δική μου οπτική γωνία, αλλά ακούω μια μέγαιρα να μου φωνάζει έξαλλη: «get out, get out!». Όταν της λέω πως είμαι Έλληνας και θέλω να μου μιλήσει Ελληνικά, εκείνη συνεχίζει απτόητη, λες και τ’ αγγλικά είναι η μητρική μας γλώσσα. Την είδα σαν απόγονο του Χίτλερ, κι εκείνο το «βγες έξω» στ’ αγγλικά, το άκουσα σαν «ράους». Χάθηκε λίγη ευγένεια!
Συνεχίζω για το ιστορικό χάνι της Γραβιάς. Όποιος δεν έχει κάνει τη διαδρομή από την Άμφισσα έως εκεί, όποιος δεν έχει περάσει μέσα από την ελατοσκέπαστη Γκιώνα, δεν ξέρει τι σημαίνει Ελλάδα. Ένα βουνό, ευλογημένο από τη φύση, στολισμένο με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου από χιλιάδες έλατα. Σε πιάνει δέος. Σταματάς, γονατίζεις κι ευχαριστείς τη φύση για την ομορφιά που σου χάρισε.
Φτάνω στο πλινθόχτιστο ιστορικό χάνι, αναπαράσταση του παλαιού, γιατί εκείνο το έκαψε ο Ομέρ Βρυώνης μετά από τη νίλα που έπαθε, κι αρχίζω να «συνομιλώ» με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τα εκατόν είκοσι παλικάρια του, που εξολόθρεψαν εκατοντάδες Τούρκους, θρηνώντας μόνο δύο νεκρούς, μυρίζω το Δημητσανίτικο μπαρούτι, κι αρχίζω να πυροβολώ κι εγώ κατά των Τούρκων με το καριοφύλι μου. Η υπεύθυνη του χώρου, η ευγενική κυρία Αγγελική, σε ταξιδεύει στο 1821 με την περιγραφή της. Ξεδιπλώνει τις λαμπρές σελίδας δόξας της φυλής μας, αναδεικνύει το μεγαλείο του ήρωα Οδυσσέα, και τελειώνει απαγγέλλοντας Ζαλοκώστα. Δεν ήταν υποχρεωμένη να το κάνει, ούτε ζήτησε αμοιβή γι’ αυτό, όμως το ήθελε και το έκανε, και μπράβο της!
Ταξιδεύοντας
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΑΡΘΡΑ




