Παραμύθι

Πέμπτη, 15 Ιανουάριος 2015 20:24 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Μια φορά κι ένα καιρό είχαμε δυο μεγάλα κόμματα, το γαλάζιο και το πράσινο. Αλώνισαν στην πολιτική σκηνή από τη μεταπολίτευση μέχρι τώρα, και κατάφεραν πολύ σπουδαία πράγματα για τη χώρα μας. Μέχρι το 1981, το χορό έσερνε το γαλάζιο κόμμα, κι έκανε πράματα και θάματα. Το κυριότερο επίτευγμά του, μ’ επικεφαλής εκείνο το στητό λεβεντόγερο, τον Κώτσο, ήταν που μας έκλεισε στο μαντρί της Ευρώπης, μαζί με τους μεγάλους εταίρους μας.   
Τότε ήταν που άνοιξε κι ο πακτωλός των επιδομάτων και των επιδοτήσεων. Λεφτά με τη σέσουλα! Ανέβηκε το βιοτικό μας επίπεδο, το χρήμα κυλούσε, τα δημόσια έργα έδιναν κι έπαιρναν, οι τράπεζες έδιναν δάνεια στον κόσμο, αλλά, στην προσπάθεια καταπολέμησης της ανεργίας, γέμισαν κι οι δημόσιες υπηρεσίες με αργόσχολους υπαλλήλους, που διέθεταν όμως ύφος προέδρου της δημοκρατίας, και σ’ εξυπηρετούσαν ανάλογα, κι η ζωή μας πήγαινε από το καλό στο καλύτερο.
Είδαμε τότε κι ένα καινούργιο φρούτο να παρουσιάζεται στον τόπο μας. Τα δωράκια και οι μίζες σε υπουργούς, διευθυντές υπουργείων και σε ανώτερους γενικά κρατικούς λειτουργούς. Αυτή η κακή συνήθεια, έμελε να είναι η γενεσιουργός αιτία της μετέπειτα κακοδαιμονίας που ακολούθησε.
Από το 1981 και μετά, τα πράγματα άλλαξαν. Βγήκε στο προσκήνιο το πράσινο κόμμα, με τον χαρισματικό του αρχηγό, που δεν άφησε θηλυκό απεριποίητο. Ερωτιάρης, αλλά ικανός. Ο μόνος που φρόντισε την εργατιά και τον απλό κοσμάκη, γι’ αυτό τον λάτρεψαν τόσο πολύ. Τότε ήταν που οι εργαζόμενοι έζησαν ζωή χαρισάμενη. Διπλασιασμός μισθών και συντάξεων, ένα μήνα άδεια, πενθήμερο σε όλους, ανεργία μηδέν, η χώρα έδειχνε πως είχε φτάσει στο ύψιστο σκαλοπάτι καλοπέρασης.
Με μια διαφορά όμως. Τα λεφτά που έδιναν γαλάζιοι και πράσινοι, ήταν δανεικά. Μπορεί ο πράσινος να έλεγε στον υπουργό του, «δώστα όλα», όμως νόμιζε πως κρατούσε γερά το τιμόνι της χώρας, κι ότι κανένας, ακόμα, δεν έκλεβε. Κούνια που τον κούναγε! Αφήνει η πουτάνα τα μαθημένα της; Πίσω από την πλάτη του, κι οι πράσινοι, αυτοί που προεκλογικά είχαν υποσχεθεί πως θα πατάξουν το ρουσφέτι και την κλοπή του δημόσιου κορβανά, κατάντησαν χειρότεροι από τους προηγούμενους.
Ώσπου τον έφαγαν οι γυναίκες, κι ανέλαβε ο κοντοστούπης με τις ελιές. Άνθρωπος ανάλατος, χωρίς πυγμή. Τότε, τα λαμόγια, οι υπουργοί του, κοίταξαν να χορτάσουν πρώτα την κοιλιά τους, κι έγραψαν τα προβλήματα της χώρας εκεί που δεν παίρνει μελάνι. Το ίδιο έκανε κι ο πρωθυπουργός. Έβαζε τα φάκελα με τις σοβαρές κρατικές υποθέσεις στα συρτάρια, κι άφηνε το χρόνο να κυλήσει, ανίκανος να πάρει μιαν απόφαση, γι’ αυτό ονομάστηκε συρταράκιας.
Ο κλοιός όμως των δανειστών άρχισε να σφίγγει. Οι τοκογλύφοι έπρεπε να πάρουν πίσω τα λεφτά τους, κι όχι μόνο τους τόκους. Από πού να τα πάρουν; Μήπως είχαμε να παράξουμε τίποτα; Όλοι στο δημόσιο κοιτάζαμε να διοριστούμε. Παρ’ όλα αυτά, οι διάδοχες καταστάσεις που εναλλάσσονταν στην εξουσία, γαλάζιες και πράσινες, συνέχιζαν να δανείζονται, με πιο μεγάλο τόκο τώρα.
Παράλληλα, τα λαμόγια, που ήρθαν από τα κατσάβραχα κι έγιναν υπουργοί, για οτιδήποτε προμηθεύονταν για εθνική χρήση, είτε αυτό ήταν πολεμικός ή τεχνολογικός εξοπλισμός, (υποβρύχια, τανκς, ελικόπτερα, υπολογιστές, μηχανοργάνωση υπηρεσιών, κ.α), δεν παρέλειπαν να ζητήσουν και τη μίζα τους, ανεβάζοντας την τιμή των προϊόντων αυτών στα ύψη. Δεν αρκέστηκαν όμως μονάχα σ’ αυτά, αλλά και χαρτί υγείας να παράγγελναν για το υπουργείο που προΐσταντο, έπρεπε ο προμηθευτής να τους …ασημώσει. Εκεί να δεις χάλι απερίγραπτο. Βρέθηκαν υπουργοί με δις στην τσέπη, λες κι είχαν δέκα ζωές για να τα φάνε, τα κοπρόσκυλα. Δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα, γιατί ήσαν υπεράνω του νόμου. Σχεδόν κανένας τους δεν έχει τιμωρηθεί, κι ούτε πρόκειται.
Ο κόμπος όμως έφτασε στο χτένι. Τότε οι δανειστές μας ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας. Τοποθέτησαν κάποιες μαριονέτες και από τα δύο κόμματα, βάφτισαν την κυβέρνηση αυτή εθνικής συνεργασίας, και μας επέβαλαν τους όρους τους, τα λεγόμενα μνημόνια. «Κύριοι, εξακολουθείτε να θέλετε λεφτά. Αν δεν συμμορφωθείτε με τις εντολές μας, δεν έχει λεφτά. Πουλήστε μας ότι εθνικό υπάρχει, ΟΤΕ, ΔΕΗ, ορυκτός πλούτος, κλπ, κλπ, και παράλληλα απολύστε τα δύο τρίτα των δημοσίων υπαλλήλων. Οι μισθοί από εδώ και πέρα θα γίνουν πεντακόσια Ευρώ και οι συντάξεις τριακόσια Ευρώ, κι αν σας αρέσει», και πολλά τέτοια άλλα.
Το πιο ταπεινωτικό όμως είναι ότι τα νομοσχέδια έρχονταν έτοιμα, δακτυλογραφημένα από τη Γερμανία, τον τωρινό μας ηγέτη, κι από εκεί, τα φερέφωνα, οι βουλευτές μας, τα ψήφιζαν, χωρίς να τα διαβάσουν. Ώσπου ο κόσμος σιγά – σιγά άρχισε να καταλαβαίνει το παραμύθι τους, κι αποφάσισε να τους κάνει πέρα. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως ο νεαρός αντίπαλος τους κέρδιζε, γι’ αυτό φρένιασαν.
Άρχισε να δραστηριοποιείται η βιομηχανία του φόβου. Έβαλαν όλα τους τα μέσα. Πληρωμένοι δημοσιογράφοι ανέλαβαν ξετσίπωτα να δηλητηριάσουν την κοινή γνώμη. Φόβισαν τον κόσμο, οι αλιτήριοι. Και τι δεν του είπαν, προκειμένου να σταθούν στην εξουσία και να εκτελούν προθύμως και άνευ αντιλογίας τας διαταγάς των δανειστών – ηγετών μας.
«Αν έρθουν οι άλλοι, θα μας παρατήσουν οι ξένοι», λες και τώρα που μας έχουν αναλάβει αυτοί, περνάμε καλά. «Τους άλλους δεν τους θέλουν με τίποτα οι ξένοι», αφού αυτοί κάνουν κουμάντο στη χώρα μας. «Αν νικήσουν οι άλλοι, θα κοπούν οι μισθοί και οι συντάξεις, θα πεινάσετε, θα δυστυχήσετε», λες και τώρα είμαστε ευτυχισμένοι.
Μια φορά κι ένα καιρό, είχαμε δύο μεγάλα κόμματα, το πράσινο και το γαλάζιο. Εύχομαι, από τις 25 Γενάρη και μετά, ν’ αποτελούν απλά μιαν ανάμνηση, για το καλό όλης της χώρας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση